τελευταια νεα
Tag

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Browsing

Η παρακολούθηση στο εξωτερικό προγραμμάτων που εντάσσονται στην εκεί παρεχομένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν συνιστά «σοβαρό» κατ’ άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/2014 «λόγο» που συγχωρεί σε ανήλικο αλλοδαπό κάτοχο άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, να παραμείνει εκτός Ελλάδος επί δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα, χωρίς να θίγεται από την απουσία αυτήν η ισχύς της αδείας του.

8. Επειδή, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, η κατά την παράγραφο 6 του άρ. 21 ν. 4251/2014 έννοια των «σπουδών» στο εξωτερικό, οι οποίες συγχωρούν σε αλλοδαπό, κάτοχο αδείας διαμονής, να παραμείνει εκτός Ελλάδος επί δωδεκάμηνο το πολύ συναπτό χρονικό διάστημα, χωρίς να θίγεται από την απουσία αυτήν η ισχύς της αδείας του, προϋποθέτει εκπαίδευση επόμενη χρονικώς και ανώτερη της εκεί παρεχομένης δευτεροβάθμιας (ή ανάλογης προς την δευτεροβάθμια). Τούτο ισχύει και όταν πρόκειται για ανηλίκους, κατόχους αδείας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, των οποίων η κοινωνική ένταξη αποτελεί ομολογημένο σκοπό του νομοθέτη (άρθρα 128-131) και για τους οποίους, άλλωστε, ο νόμος ρητώς προνοεί να έχουν ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε όλες τις βαθμίδες εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα, προβλέποντας ανάλογο δικαίωμα και όταν αυτοί αποκτήσουν στην συνέχεια αυτοτελείς άδειες διαμονής. Γι’ αυτήν την κατηγορία ανηλίκων, μάλιστα, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό και την τελεολογία των πιο πάνω διατάξεων, η παρακολούθηση στο εξωτερικό προγραμμάτων που εντάσσονται στην εκεί παρεχομένη δευτεροβάθμια ή πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δεν μπορεί να συνιστά «σοβαρό» κατ’ άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/2014 «λόγο». […]

11. Επειδή, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επελήφθη σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως που άσκησε ο εφεσίβλητος. Με την εκκαλουμένη απόφασή του (74/2019) έκρινε εν πρώτοις ότι η απαρίθμηση των σοβαρών λόγων που δικαιολογούν την έως δωδεκάμηνο απουσία του αλλοδαπού από την Χώρα, είναι ενδεικτική κατά το γράμμα της διατάξεως του άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/14. Στην συνέχεια θεώρησε ως μη νόμιμη την έννοια που απέδωσε η Διοίκηση στον όρο «σπουδές» (ότι, δηλαδή, αυτές αφορούν «την παρακολούθηση προγράμματος … με σκοπό την απόκτηση πτυχίου και όχι τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση») και έκρινε περαιτέρω ότι ήταν δυνατόν ακόμα και παρακολούθηση μαθημάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως στο εξωτερικό από κάτοχο αδείας διαμονής αυτής της κατηγορίας να συνιστά «σοβαρό λόγο» κατά την έννοια της διατάξεως. Κατόπιν αυτών και κατ’ αποδοχήν του σχετικού λόγου ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη του Συντονιστή ως μη νομίμως αιτιολογημένη. […]

13. Επειδή, ο εκκαλών Υπουργός αμφισβητεί τις ερμηνευτικές αυτές κρίσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου και προβάλλει τον κατ’ άρ. 58 παρ. 1 εδ. β΄ επ. του κωδ. π. δ/τος 18/1989 ισχυρισμό ότι τίθεται με τον συναφή λόγο εφέσεως νομικό ζήτημα, το οποίο και προσδιορίζει, ήτοι αν κατά την έννοια του άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/14 η φοίτηση στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο εξωτερικό συνιστά “σοβαρό λόγο” που να συγχωρεί την εκτός Ελλάδος και για διάστημα πέραν των έξη μηνών απουσία αλλοδαπού, κατόχου αδείας διαμονής. Προβάλλει επίσης ότι επί του ζητήματος αυτού δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

14. Επειδή, ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι δι’ αυτού αναδεικνύεται το ζήτημα, αυτό ανάγεται πράγματι στην ερμηνεία του νόμου και δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επ’ αυτού. Ο σχετικός λόγος, εφέσεως, επομένως, προβάλλεται παραδεκτώς.

15. Επειδή, με βάση όσα έχουν εκτεθεί σε προηγουμένη σκέψη, στην έννοια των «σπουδών» στο εξωτερικό, η οποία ρητώς τυποποιείται από τον νόμο ως «σοβαρός λόγος», δικαιολογητικός της απουσίας αλλοδαπού, περιλαμβάνεται εκπαίδευση, επόμενη χρονικώς και ανώτερη της εκεί παρεχομένης δευτεροβάθμιας (ή ανάλογης προς την δευτεροβάθμια). Όπως, επίσης, έχει εκτεθεί ανωτέρω, η παρακολούθηση στο εξωτερικό προγραμμάτων που εντάσσονται στην εκεί παρεχομένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν μπορεί να συνιστά ούτε και «σοβαρό» κατ’ άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/2014 «λόγο» για ανηλίκους, κατόχους αδείας διαμονής για οικογενειακή επανένωση. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο λόγος εφέσεως, με τον οποίον ο Υπουργός παραπονείται ότι η κρίνοντας αντιθέτως η εκκαλουμένη, εσφαλμένα ερμήνευσε τον νόμο. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτός και να εξαφανισθεί η υπ’ αριθμόν 74/2019 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του δευτέρου λόγου εφέσεως.

2. Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 3417/2005 (Α΄ 286) κυρώθηκε η Συνθήκη της 25ης Απριλίου 2005 για την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Εξ άλλου, με το π.δ. 106/2007 “Ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην ελληνική επικράτεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους” (Α΄ 135), με το οποίο μεταφέρονται στο εθνικό δίκαιο οι διατάξεις της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 158) καθορίζονται οι όροι που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα των πολιτών των κρατών μελών της ΕΕ. Στο ανωτέρω διάταγμα, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 139 παρ. 2 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80), ορίζεται ως “Πολίτης της Ένωσης” κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ένωσης (άρθρο 2), ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τη διαμονή και την μόνιμη διαμονή των προσώπων της κατηγορίας αυτής (άρθρα 6 επ.). Ειδικότερα, στο άρθρο 8 του δ/τος αυτού, με τον τίτλο “Χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής στους πολίτες της Ένωσης” ορίζεται ότι πολίτες της ΕΕ που πρόκειται να διαμείνουν στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία άφιξής τους υποχρεούνται πριν από τη λήξη του τριμήνου να εμφανίζονται στις αρμόδιες για τον χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους, “για καταγραφή”, ότι οι υπηρεσίες αυτές “ενεργούν σχετική εγγραφή και χορηγούν … βεβαίωση για την πράξη τους”, μετά την προσκόμιση ορισμένων δικαιολογητικών, στο άρθρο 13 ορίζεται ότι πολίτες της ΕΕ που έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στην Ελλάδα έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής, στο δε άρθρο 16 με τον τίτλο “Έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη της Ένωσης” ορίζεται ότι “[α]φού εξακριβωθεί η διάρκεια παραμονής των πολιτών της Ένωσης που είναι δικαιούχοι μόνιμης διαμονής … οι αρμόδιες για τον χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους τους χορηγούν … έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή τους”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του π.δ. 106/2007: “1. Κατά της διοικητικής απόφασης απέλασης είναι επιτρεπτή η άσκηση διοικητικής προσφυγής … 2. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της διοικητικής προσφυγής της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κατά της απόφασης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής, δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής, της ανάκλησης ή μη ανανέωσής του, ασκείται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), όπως ισχύει”.

3. Επειδή, ο προαναφερθείς ν. 3068/2002 όριζε αρχικώς στο άρθρο 15 ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, “οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και αφορούν: α) Άρνηση χορηγήσεως σε αλλοδαπό θεωρήσεως εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή άρνηση παρατάσεως της ισχύος της. β) Απαγόρευση εισόδου αλλοδαπού στην Ελλάδα. γ) Άρνηση χορηγήσεως, άρνηση ανανεώσεως ή ανάκληση άδειας παραμονής αλλοδαπού στην Ελλάδα. δ) Άρνηση χορηγήσεως, άρνηση ανανεώσεως ή ανάκληση άδειας εργασίας αλλοδαπού. ε) Άρνηση χορηγήσεως, άρνηση ανανεώσεως ή ανάκληση άδειας ασκήσεως, από αλλοδαπό, ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. στ) Διοικητική απέλαση. ζ) Εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. η) Επαναπροώθηση αλλοδαπού στη χώρα προελεύσεως ή καταγωγής του ή σε τρίτη χώρα. θ) Επιβολή σε αλλοδαπό περιορισμών, αναγομένων στην εγκατάσταση, παραμονή σε ορισμένη περιοχή της χώρας, την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος ή την υποχρέωση εμφανίσεώς του στις αστυνομικές αρχές” [παρ. 1] και ότι εξακολουθούν να εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας “οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται: α) Από την προσβολή πράξεων, αναφερομένων στην είσοδο, έξοδο, κίνηση, διαμονή, εγκατάσταση και απασχόληση στην Ελλάδα αλλοδαπών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. β) Από την προσβολή πράξεων, αναφερομένων στην αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … γ) Από την προσβολή πράξεων που αφορούν την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας” [παρ. 3]. Το άρθρο 15 αντικαταστάθηκε ακολούθως με το άρθρο 49 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ως εξής: “1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. 2. … 3. Υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν: α) την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … β) την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας…”. Με το άρθρο 67 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51) αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 που αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων για την εκδίκαση των διαφορών της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, τροποποιήθηκαν δε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 4540/2018 (Α΄ 91) και το άρθρο 79 παρ. 4 του ν. 4635/2019 (Α΄ 167) ορισμένες διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 15 ως προς τις διαφορές που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, χωρίς να μεταβληθεί η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου και του διοικητικού εφετείου, όπως είχε καθορισθεί με τον ν. 3900/2010. Στη συνέχεια, το άρθρο 15 του ν. 3068/2002 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 115 του ν. 4636/2019 (Α΄ 169/1.11.2019), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 125 αυτού, ισχύει από 1.1.2020, ορίσθηκαν δε τα εξής: “1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται: α) κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, β) που αφορούν την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, γ) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … 2. Για την εκδίκαση των διαφορών των περιπτώσεων α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου αρμόδιο κατά τόπον είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν είτε απόρριψη αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης ή ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής και εργασίας, είτε απόφαση επιστροφής που ενσωματώνεται σε πράξη απόρριψης του αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε απόφαση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, αρμόδιο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στην οποία τηρείται ο διοικητικός φάκελος του αλλοδαπού, δηλαδή το ανά νομό Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης …3. Για την εκδίκαση των διαφορών της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1, αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι … 7. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 των περιπτώσεων β΄ και γ΄ εφαρμόζονται στις εκκρεμείς υποθέσεις στα Διοικητικά Εφετεία της χώρας, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπον αρμόδια Διοικητικά Πρωτοδικεία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου …”. Τέλος, το άρθρο 15 του ν. 3068/2002, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103/27.5.2020), ορίζει εξής: “1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων: α) που εκδίδονται, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παρ. 9 και β) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … 2. … 3. Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. α΄ της παρ. 1 αρμόδιο κατά τόπο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση … 4. Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. β΄ της παρ. 1, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι … 8. Οι διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών εφετείων υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία της παρ. 4 … 9. Οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν στην κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, υπάγονται στην αρμοδιότητα των κατά τόπον αρμόδιων τριμελών διοικητικών εφετείων …” [για την εν συνεχεία αντικατάσταση της παρ. 9 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 βλ. άρθρα 32 και 43 του ν. 4786/2021 (Α΄ 43/23.3.2021)].

4. Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις που παρατίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες απορρίπτεται, δυνάμει των διατάξεων του π.δ. 106/2007, αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής, δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής, όπως είναι και το “έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής” του άρθρου 16 του διατάγματος αυτού, καθώς και από την προσβολή πράξεων με τις οποίες ανακαλούνται οι ανωτέρω βεβαιώσεις και τα “έγγραφα πιστοποίησης”, δικάζονται από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στο οποίο υπάγονται κατά νόμον [άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3068/2002, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4689/2020], οι διαφορές από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει (πρβλ. ΣτΕ 1304/2012, 695/2012). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση πράξης που ανακαλεί την χορηγηθείσα στον αιτούντα, υπήκοο Βουλγαρίας, “πιστοποίηση μόνιμης εγκατάστασης πολίτη ΕΕ”, πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων.

Πιλοτική δίκη ξεκινά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για ζητήματα συνταγματικότητας του νόμου για το πολιτικό άσυλο και την διεθνή προστασία. Συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ’ αρ. ΑΔ534/2022 απόφασης Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ξεκινά πρώτυπη δίκη, λόγω σπουδαιότητας και ευρέως ενδιαφέροντος, ενώπιον του ΣτΕ με αντικείμενο τον έλεγχο συνταγματικότητας του α. 5 παρ. 7 ν. 4375/2016, όπως ισχύει μετά το ν. 4636/2019.

Με τη συγκεκριμένη διάταξη προβλέπεται ότι αποφάσεις επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, με τις οποίες αυτές απορρίπτονται με την ταχύρρυθμη διαδικασία ή ως προδήλως αβάσιμες ή ως απαράδεκτες ή ως εκπρόθεσμες ή στα πλαίσια της “διαδικασίας στα σύνορα” ή στα νησιά, εξετάζονται από Επιτροπές Προσφυγών σε μονομελή σύνθεση, αποτελούμενες από έναν διοικητικό δικαστή.

Το προδικαστικό ερώτημα το οποίο απευθύνθηκε αυτεπαγγέλτως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης αίτησης διεθνούς προστασίας πολίτη Τόγκο έχει ως εξής:

«Είναι σύμφωνες με τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 7 του ν. 4375/2016, σύμφωνα με τις οποίες οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, όργανα ενταγμένα στη δομή της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκούν δικαιοδοτικής φύσης καθήκοντα – ως προς τα οποία καθήκοντα επιτρέπεται, από την παρ. 2 του ως άνω άρθρου του Συντάγματος, η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε συλλογικά όργανα –, μπορούν να λειτουργούν και να αποφαίνονται, στις ειδικότερα αναφερόμενες στο εν λόγω άρθρο κατηγορίες υποθέσεων, υπό μονομελή σύνθεση;». 

10. […] Η είσοδος στη Χώρα αλλοδαπών/υπηκόων τρίτης χώρας και η περαιτέρω διαμονή τους –η οποία μπορεί να είναι και μακρά– δεν είναι ελεύθερη ούτε ανεξέλεγκτη, αλλά διέπεται από κανονιστικό καθεστώς (του ν. 3386/2005) που επιβάλλει σ` αυτούς την υποχρέωση εφοδιασμού τους με διαβατήριο/ταξιδιωτικό έγγραφο, θεώρηση εισόδου και άδεια διαμονής για συγκεκριμένο σκοπό (για εργασία, ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, σπουδές ή άλλο νόμιμο σκοπό) και καθιδρύει δεσμία αρμοδιότητα των αστυνομικών οργάνων για την έκδοση πράξεως απελάσεως (βλ. Σ.τ.Ε. 1248/2015. Επίσης, βλ. Σ.τ.Ε. 5208/1995 υπό το προγενέστερο καθεστώς του ν. 1975/1991, Α΄ 184) σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, που ο αλλοδαπός έχει παραβιάσει τις σχετικές διατάξεις, μετά δε την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011 πράξεως επιστροφής για τους παρανόμως διαμένοντες (κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη). Οι ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 3386/2005 αποσκοπούν όχι μόνον στην προστασία του γενικού (δημόσιου) συμφέροντος (της διασφαλίσεως της δημόσιας τάξεως, ασφάλειας, κοινωνικής ειρήνης, δημόσιας υγείας), αλλά και στην προστασία του συμφέροντος των ιδιωτών με την αποτροπή της προσβολής των συνταγματικώς προστατευόμενων έννομων αγαθών (της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής, της υπολήψεως, της προσωπικής ελευθερίας, της γενετήσιας ελευθερίας, της περιουσίας, της ιδιοκτησίας τους) από τη συμπεριφορά των παρανόμως εισελθόντων, διαμενόντων και εργαζόμενων στη Χώρα αλλοδαπών. Επίσης, αποσκοπούν και στην προστασία του συμφέροντος των προσώπων αυτών, τα οποία, όπως επισημαίνεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, «παραμένουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής ορισμένες μάλιστα φορές σε συνθήκες κατώτερες του ελαχίστου που υπαγορεύει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με αποτέλεσμα να εξωθούνται μοιραία σε ποικίλες μορφές παραβατικότητας, τροφοδοτώντας έτσι ακούσια, κατά καιρούς, τάσεις επιφυλακτικότητας εκ μέρους του ημεδαπού πληθυσμού». Άλλωστε, όσο τα αστυνομικά όργανα παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους και δεν εκδίδουν κατ’ ενάσκηση της δεσμίας αρμοδιότητάς τους πράξη απελάσεως ή μετά τις 26.1.2011 πράξη επιστροφής για τους παρανόμως διαμένοντες, δημιουργείται η βεβαιότητα σε όποιον αλλοδαπό εισήλθε λάθρα, διαμένει παρανόμως στη Χώρα και επιθυμεί να συμπεριφερθεί παρανόμως και να προσβάλει κάποιο έννομο αγαθό ότι ποτέ δεν θα τιμωρηθεί. Και τούτο, διότι η ταυτότητά του δεν είναι γνωστή στις ελληνικές αρχές ούτε έχουν ληφθεί τα δακτυλικά αποτυπώματά του (αφού δεν συνελήφθη ούτε κατά την παράνομη είσοδό του στη Χώρα ούτε κατά τη διάρκεια της παράνομης διαμονής του). Ενόψει των επιδιωκόμενων ως άνω προστατευτικών σκοπών των ρυθμίσεων του ν. 3386/2005, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε περίπτωση παρανόμως εισελθόντος στη Χώρα αλλοδαπού που επί μακρόν διαμένει και εργάζεται παρανόμως σε περιορισμένο κατ’ έκταση τόπο (λ.χ. νησί), η παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή του επί μακρόν στη Χώρα, μη εκδίδοντας, ενώ έχουν υποχρέωση και μπορούν, πράξη απελάσεως κατά παράβαση του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 3386/2005 ή μετά τις 26.1.2011 πράξη επιστροφής κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. τρίτο του ν. 3907/2011, μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (εγκλήματος). Συνεπώς, υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας (λ.χ. βλάβης του σώματος ή της υγείας ή θανατώσεως) τρίτου προσώπου, η οποία προκαλείται όταν ο παρανόμως εισελθών και διαμένων στην Ελλάδα υπήκοος τρίτης χώρας προσβάλει απολύτως προστατευόμενο έννομο αγαθό (πρβ. Σ.τ.Ε. 1964-1966/2021 7μ., 442/2012, 1364, 1677/2008, 4067/2005 7μ., 28/2000 κ.ά. σε περιπτώσεις παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων να λάβουν τα αναγκαία, κατάλληλα και πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή ζημιών εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων στο πλαίσιο μαζικής κινητοποιήσεως πολιτών ή διαδηλώσεων ή εξαιτίας τρομοκρατικών ενεργειών). […]

11. Επειδή, […] με την από 18.10.2017 αγωγή που άσκησε -από κοινού με τη μητέρα και την αδελφή της- η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα νομίμως από την ως άνω δικαστική συμπαραστάτριά της (μητέρα της), ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει τα προαναφερθέντα ποσά. Με την αγωγή αυτή ισχυρίσθηκε, προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά μέσα (των οποίων γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής και στα πρωτοδίκως κατατεθέντα υπομνήματα), ότι ο ανωτέρω υπήκοος της ….. εισήλθε παρανόμως στη Ελλάδα από τα σύνορα του Έβρου του 2010. Περαιτέρω, προέβαλε ότι: (α) Η Ελληνική Αστυνομία όφειλε να είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συνόρων και ειδικότερα την πρόληψη και την αποτροπή της παράνομης εισόδου του δράστη, (β) όφειλε να τον είχε συλλάβει κατά την είσοδό του στη Χώρα, να τον είχε παραπέμψει στη δικαιοσύνη ή να τον είχε επαναπροωθήσει στη χώρα προελεύσεως ή καταγωγής του, (γ) όφειλε να είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα και να είχε διενεργήσει τους απαιτούμενους ελέγχους, προκειμένου να αποτραπεί και να εντοπισθεί η παράνομη παραμονή και εργασία του στη Χώρα, αλλά και να είχε κινήσει τις διαδικασίες που απαιτούνται από τον νόμο προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διοικητική απέλασή του κατά τα άρθρα 44 του ν. 2910/2001 και 76 του ν. 3386/2005, αφού με την παράνομη είσοδο και παραμονή του στη Χώρα παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του νόμου περί αλλοδαπών, (δ) η Ελληνική Αστυνομία παρέλειψε, ενώ όφειλε, να προβεί σε όλες τις ανωτέρω ενέργειες, με αποτέλεσμα ο ……… να κυκλοφορεί παρανόμως στη Χώρα, χωρίς να έχει γίνει έλεγχος των στοιχείων του, χωρίς να έχει καταγραφεί η είσοδός του και χωρίς να γίνουν οι απαιτούμενες ενέργειες για την επαναπροώθηση ή την απέλασή του και (ε) μεταξύ των ανωτέρω παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας της υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και, ειδικότερα, εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα από την Ελληνική Αστυνομία τόσο για την αποτροπή εισόδου στη Χώρα του ……..(αφού εισήλθε παρανόμως, χωρίς τις απαιτούμενες από τον νόμο διατυπώσεις) όσο και για τη σύλληψη και απέλασή του λόγω παράνομης παραμονής στη Χώρα (βρισκόταν στη Χώρα για 2 χρόνια, κυκλοφορούσε κανονικά χωρίς να κρύβεται και εργαζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο νησί της Πάρου), ο ……. δεν θα βρισκόταν στη Χώρα και συνεπώς δεν θα συνέβαινε το γεγονός του βιασμού της από τον δράστη, αλλά και της ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της που προκλήθηκε από τα βάναυσα χτυπήματά του. Σύμφωνα με το …./23.10.2018 έγγραφο του Διευθυντή της Διευθύνσεως Αλλοδαπών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (το οποίο προσκομίσθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρωτοδίκως με την έκθεση απόψεων επί της ως άνω αγωγής και το περιεχόμενό του παρατίθεται στα παραδεκτώς κατατεθέντα υπομνήματα των διαδίκων επί της αγωγής), ο ως άνω υπήκοος Πακιστάν δεν είχε υποβάλει αίτημα ασύλου στις αρμόδιες Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και, ως εκ τούτου, δεν είχε χορηγηθεί σ’ αυτόν άδεια παραμονής (ροζ κάρτα) ως αιτούντα άσυλο ή άδεια διαμονής πρόσφυγα (λευκή) ούτε και ταξιδιωτικό έγγραφο (T.D.V.), επιπλέον δε ο ως άνω αλλοδαπός δεν είχε λάβει άδεια διαμονής από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, ενώ, εξάλλου, δεν προέκυψε καταχώρισή του στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών ούτε στο σύστημα πληροφοριών Schengen (SIS II). Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή αυτή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ναι μεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου, τα οποία παρέλειψαν να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα ή να τον εντοπίσουν κατά τη διετή παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του σε αυτήν και να τον υπαγάγουν σε διαδικασία επαναπροωθήσεως στη χώρα από την οποία προέρχεται, όπως είχαν καθήκον, όμως μόνη η κατά τα ανωτέρω παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να αποτρέψουν την είσοδο και παραμονή του συγκεκριμένου αλλοδαπού στη Χώρα, ο οποίος δεν ήταν πριν από το ανωτέρω έγκλημα σεσημασμένος ή εγγεγραμμένος στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών ούτε η παρουσία του είχε επισημανθεί ή καταγγελθεί ως επικίνδυνη στις Αρχές, δεν αρκεί για να επιφέρει την ένδικη ζημία, καθόσον για την επέλευσή της μεσολάβησε η διάπραξη ειδεχθούς εγκληματικής πράξεως από αυτόν, η οποία διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο. Περαιτέρω, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό την αντίθετη εκδοχή, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι μόνη η παράνομη είσοδος και παραμονή στη Χώρα αλλοδαπού επιφέρει αυτόθροα την τέλεση σοβαρότατων εγκλημάτων, συμπέρασμα αβάσιμο ενόψει του αριθμού αυτών (των παρανόμως ευρισκομένων στη Χώρα αλλοδαπών). Εξάλλου, η αγωγή καθ` ο μέρος είχε ασκηθεί από τη μητέρα της αναιρεσείουσας ατομικώς και την αδελφή της με αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε καθεμιά από αυτές 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις ως άνω παράνομες παραλείψεις, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως (άρθρο 71 του Κ.Δ.Δ.), με την αιτιολογία ότι οι ενάγουσες αυτές ως εμμέσως ζημιωθείσες δεν εδικαιούντο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα νομίμως από την ως άνω δικαστική συμπαραστάτριά της, άσκησε (από κοινού με τις λοιπές αρχικές ενάγουσες) έφεση, με την οποία προέβαλε ότι (α) εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα από την Ελληνική Αστυνομία τόσο για την αποτροπή εισόδου στη Χώρα του ……. όσο και για τη σύλληψη και απέλασή του, αυτός δεν θα βρισκόταν στη Χώρα και συνεπώς δεν θα συνέβαινε ο βιασμός και ο βαρύτατος τραυματισμός της αναιρεσείουσας, (β) οι ανωτέρω παράνομες παραλείψεις της αστυνομίας είχαν ως συνέπεια ο εν λόγω αλλοδαπός να ζει υπό καθεστώς ανομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθόσον ως παρανόμως διαμένων στη Χώρα (και ειδικότερα στη νήσο Πάρο, η οποία αποτελεί μία γεωγραφικά απομονωμένη περιοχή, με μικρή έκταση και σαφώς οριοθετημένο μέγεθος) βρισκόταν εκ των πραγμάτων, αφού δεν ήταν καταγεγραμμένος πουθενά, εκτός του πεδίου της ελληνικής έννομης τάξεως όσον αφορά την εν γένει διαβίωσή του και (γ) το ως άνω γεγονός (η διαβίωση επί μεγάλο χρονικό διάστημα υπό καθεστώς ανομίας) συναρτάται άμεσα με την εγκληματική συμπεριφορά (ληστεία, βιασμός και απόπειρα ανθρωποκτονίας) που εμφάνισε. Ενόψει τούτων, προέβαλε ότι συνέτρεχε εν προκειμένω η απαραίτητη προϋπόθεση της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας που επήλθε σε αυτήν. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο κατά τα ανωτέρω λόγος εφέσεως της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ότι (α) με τις ανωτέρω αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο ……. κηρύχθηκε ένοχος (μεταξύ άλλων) για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και του βιασμού εις βάρος της αναιρεσείουσας και (β) τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψαν να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο του συγκεκριμένου αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια και ακολούθως να τον εντοπίσουν κατά τη διετή παράνομη παραμονή και κυκλοφορία του σε αυτήν και να τον υπαγάγουν σε διαδικασία επαναπροωθήσεως στη χώρα καταγωγής ή προελεύσεώς του. Με τα δεδομένα αυτά, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η παράνομη είσοδος του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα και στη συνέχεια η διετής παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του στη Χώρα δεν είναι βέβαιο αλλά ούτε και πιθανό ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προκάλεσε τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσείουσας, διότι, υπό τις συνθήκες που έγινε, πρόσφορη αιτία για τον τραυματισμό της δεν ήταν η παράνομη είσοδος του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα και στη συνέχεια η διετής παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του στη Χώρα αλλά οι πράξεις του βιασμού και της απόπειρας ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο εν λόγω αλλοδαπός εις βάρος της. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι δεν υπάρχουν παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου που να βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, η αγωγή κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη. Ο ίδιος ως άνω λόγος εφέσεως (κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά τη μη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της επελθούσας ζημίας) καθ` ο μέρος προβλήθηκε από τις λοιπές εκκαλούσες – ενάγουσες (μητέρα και αδερφή της αναιρεσείουσας) απορρίφθηκε ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης υποθέσεως, με τη σκέψη ότι η αγωγή τους δεν είχε απορριφθεί για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου αλλά για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως κατά το άρθρο 71 του Κ.Δ.Δ. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα πλήσσει την ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου για έλλειψη της σωρευτικώς απαιτούμενης για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέσεως της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθ` ο μέρος ο ως άνω λόγος εφέσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

12. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγούμενες σκέψεις, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου δεν είναι νόμιμη. Και τούτο, διότι υπό τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως κατ’ αναίρεση δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παράνομη παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή επί μακρόν στη Χώρα υπηκόου τρίτης χώρας, μη εκδίδοντας, ενώ είχαν υποχρέωση και μπορούσαν, πράξη απελάσεως ή πράξη επιστροφής κατά παράβαση των διατάξεων των νόμων 3386/2005 και 3907/2011, μπορεί αντικειμενικώς κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να οδηγήσει στο επιζήμιο αποτέλεσμα της προσβολής της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας τρίτου προσώπου. Επομένως, υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και της ζημίας (βλάβης του σώματος και της υγείας) του προσώπου, η οποία προκαλείται από τον ουδέποτε συλληφθέντα και εντεύθεν μη απελαθέντα ή μη υποχρεωθέντα σε επιστροφή υπήκοο τρίτης χώρας. Δεν αίρεται δε ο αιτιώδης σύνδεσμος εκ του ότι μεταξύ της παρανομίας των οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και του βαρύτατου τραυματισμού παρεμβάλλεται η εγκληματική ενέργεια αλλοδαπού ο οποίος εισήλθε λάθρα, διέμενε και εργαζόταν επί μακρόν παρανόμως στη Χώρα και χωρίς να έχει εντοπισθεί πουθενά, παρότι τούτο ήταν εφικτό. Και τούτο, διότι ο τραυματισμός αυτός δεν θα είχε προκληθεί αν τα αρμόδια κατά νόμον (βλ. σκέψεις 6 έως 8) όργανα του Ελληνικού Δημοσίου είχαν τηρήσει τη συμπεριφορά που επιβαλλόταν από τις παραβιασθείσες διατάξεις των νόμων 3386/2005 και 3907/2011 που αναφέρονται στη σκέψη 9 και οι οποίες έχουν τεθεί και για χάρη της προστασίας, μεταξύ άλλων, της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και της γενετήσιας ελευθερίας όλων των προσώπων που βρίσκονται στη Χώρα. Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για νέα κρίση.

4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με τη διαδικασία της «πιλοτικής» δίκης, μετά την αποδοχή σχετικής αίτησης του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), με την υπ’ αριθμ. 12/2020 πράξη της αρμόδιας Τριμελούς Επιτροπής, προκειμένου να επιλυθεί το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα αν, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 1 και 4 του άρθρου 81 του ν. 4636/2019, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 13 του ν. 4686/2020, με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη το άρθρο 28 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, στην περίπτωση διακοπής της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας λόγω σιωπηρής ανάκλησης αυτής οφειλόμενης στη μη τήρηση των υποχρεώσεων του αιτούντος, είναι ή όχι δυνατή η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής αυτού στη χώρα του εντός της προθεσμίας των εννέα (9) μηνών που προβλέπεται για την υποβολή αίτησης συνέχισης εξέτασης της αρχικής αίτησης ή υποβολής νέας. Η προαναφερόμενη πράξη της Επιτροπής δημοσιεύθηκε προσηκόντως σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών («…..» και «……» στα φύλλα της 27ης.7.2020), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010. […]

22. Επειδή, το άρθρο 28 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το προπαρατεθέν (σκέψεις 17 και 18) άρθρο 81 του ν. 4636/2019. Το άρθρο αυτό, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4686/2020, προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι, όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας η αποφαινόμενη αρχή είτε εξετάζει την αίτηση επαρκώς επί της ουσίας, με βάση τα διαθέσιμα στην υπηρεσία στοιχεία, και την απορρίπτει ως αβάσιμη είτε, εφόσον δεν είναι δυνατή η επαρκής εξέταση της αίτησης με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σταματά την εξέταση της αίτησης και εκδίδει απόφαση διακοπής, με την οποία διατάσσεται και η επιστροφή του αιτούντος (κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 82 παρ. 3 του ιδίου νόμου, η απόφαση διακοπής και επιστροφής κοινοποιείται στον αιτούντα μαζί με συνοδευτικό έντυπο σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί, με το οποίο του εξηγείται με τρόπο απλό και προσιτό το περιεχόμενο του εγγράφου που επιδόθηκε, οι συνέπειές του για τον ίδιο και οι ενέργειες, στις οποίες δύναται να προβεί). Στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 81 απαριθμούνται οι ενέργειες και οι παραλείψεις του αιτούντος που τυποποιούνται, κατά το εθνικό δίκαιο, ως λόγοι σιωπηρής ανάκλησης του αιτήματος παροχής διεθνούς προστασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (περίπτωση στ?) και η μη εμφάνιση για την ανανέωση του «δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία» (η χορήγηση του δελτίου αυτού, το οποίο οι αιτούντες προμηθεύονται ατελώς από την αρμόδια Αρχή αμέσως μετά την οριστική καταγραφή της αίτησής τους, φέρει την φωτογραφία του αιτούντος, αποτελεί προσωρινό τίτλο που επιτρέπει την παραμονή του στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα για έκδοση άδειας διαμονής, διασφαλίζει την απόλαυση των δικαιωμάτων του αιτούντος όπου αυτά προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, και εξασφαλίζει τις απαραίτητες συναλλαγές κατά τον χρόνο ισχύος του· το δελτίο έχει διάρκεια ισχύος έξι μηνών και ανανεώνεται έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας). Με την παράγραφο 4 του άρθρου 81 του ν. 4636/2019 (άρθρο 13 παρ. 3 ν. 4686/2020) δίδεται στον αιτούντα, του οποίου η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας έχει διακοπεί, λόγω μη τήρησης των κατά νόμο υποχρεώσεών του (μεταξύ των οποίων η μη ανανέωση του δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία), το δικαίωμα, μόνο μία φορά και εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης διακοπής, να ζητήσει από την αρχή που την εξέδωσε, την συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της υπόθεσής του ή να υποβάλει νέα αίτηση, η οποία δεν λογίζεται ως μεταγενέστερη αίτηση του άρθρου 89 του νόμου αυτού. Ορίζεται δε ότι μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από την χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής.

23. Επειδή, […], στην περίπτωση που διαπιστώνεται σιωπηρή ανάκληση αιτήματος παροχής διεθνούς προστασίας και δεν είναι δυνατή, λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων, η επί της ουσίας εξέταση του αιτήματος τούτου, εκδίδεται πράξη διακοπής της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος στην οποία σωρεύεται και πράξη επιστροφής κατά τις διατάξεις του νόμου, με τον οποίο μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της οδηγίας 2008/115/ΕΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η εν λόγω πράξη επιστροφής παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της από την έκδοση και κοινοποίησή της στον αιτούντα και μπορεί, συνεπώς, να εκτελεσθεί υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, εφόσον με την διακοπή της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος παροχής διεθνούς προστασίας έπαυσε να ισχύει το δικαίωμα προσωρινής παραμονής του αιτούντος στην χώρα. Δεν είναι, όμως, επιτρεπτή η εκτέλεση της πράξης επιστροφής εάν ο αιτών ασκήσει εντός εννέα μηνών το δικαίωμά του να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του ή υποβάλει αίτημα παροχής διεθνούς προστασίας που στηρίζεται σε νέα στοιχεία, οπότε και αναβιώνει, σύμφωνα με τα αναφερθέντα, το κατά το άρθρο 9 παρ. 1 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ δικαίωμα παραμονής του στην χώρα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η επιστροφή είναι δυνατή μόνο μετά τη λήξη της διαδικασίας που κινήθηκε με την άσκηση του δικαιώματος επανεξέτασης ή την υποβολή νέας αίτησης εμπροθέσμως. Με την έννοια αυτή, η επίμαχη ρύθμιση του εθνικού δικαίου είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του παραγώγου ενωσιακού δικαίου, που μνημονεύονται σε προηγούμενες σκέψεις, ήτοι των οδηγιών 2013/32/ΕΕ και 2008/115/ΕΚ, καθώς επίσης και με την αρχή της μη επαναπροώθησης, για την οποία θα γίνει ειδικότερα λόγος στην επόμενη σκέψη. Τυχόν αντίθετη εκδοχή, κατά την έννοια της οποίας η επιστροφή του αιτούντος είναι δυνατή μόνον μετά την πάροδο εννέα μηνών από την επίδοση της απόφασης διακοπής της εξέτασης του αιτήματος – και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ασκηθεί εν τω μεταξύ το δικαίωμα υποβολής αίτησης επανεξέτασης ή νέου αιτήματος – όχι μόνο δεν ευρίσκει έρεισμα στις ανωτέρω οδηγίες αλλά αντίκειται και στην γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, κατά την οποία η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον ρητώς προβλέπεται (άρθρο 52 παρ. 1 π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8) ή πάντως προκύπτει σαφώς από διάταξη νόμου (ΣτΕ Ολομ. 2343/1952), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ι.Α., η οποία διατύπωσε την γνώμη ότι η άμεση εκτέλεση της απόφασης επιστροφής υπηκόου τρίτης χώρας του οποίου η αίτηση διεθνούς προστασίας θεωρήθηκε σιωπηρώς ανακληθείσα και η εξέταση του αιτήματός του διεκόπη, οδηγεί σε ανεπίτρεπτο έμμεσο περιορισμό του απονεμόμενου από το ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 28 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ) δικαιώματός του να επανέλθει εντός συγκεκριμένης ελάχιστης προθεσμίας, ζητώντας την επανεξέταση της υπόθεσής του, καθώς αναιρεί επί της ουσίας το τεθέν από τον ενωσιακό νομοθέτη ελάχιστο χρονικό αυτό όριο, εξαναγκάζοντας τον αιτούντα να προβεί στις αναγκαίες για τη συνέχιση της εξέτασής του ενέργειες εντός σημαντικά στενότερου χρονικού πλαισίου. Κατά συνέπεια, η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής δεν δύναται να λάβει χώρα πριν την παρέλευση της προθεσμίας των εννέα (9) μηνών, εντός της οποίας υφίσταται η δυνατότητα υποβολής αίτησης συνέχισης ή νέας αίτησης, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση.

24. Επειδή, ειδικότερα ως προς την αρχή της μη επαναπροώθησης, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4636/2019, όπως ισχύουν, οι οποίες σκοπό έχουν την αντιμετώπιση περιπτώσεων ατόμων που παρουσιάζουν καταχρηστικές συμπεριφορές, δεν σημαίνει ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών, των οποίων η αίτηση για διεθνή προστασία έχει θεωρηθεί ανακληθείσα και για τους οποίους έχει εκδοθεί απόφαση διακοπής της εξέτασης της εν λόγω αίτησης και επιστροφής, με συνέπεια ως προς αυτούς να υπάρχει υποχρέωση απομάκρυνσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, διότι μένουν παράτυπα στην χώρα, απομακρύνονται κατά παράβαση της ανωτέρω αρχής και ότι δεν τηρείται η υποχρέωση προστασίας των δικαιωμάτων τους. Αντιθέτως, εφόσον τα πρόσωπα αυτά χρήζουν πραγματικά διεθνούς προστασίας ή συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις της αρχής της μη επαναπροώθησης (βάσιμος φόβος ότι διατρέχουν κίνδυνο να υποβληθούν σε δίωξη, σοβαρή βλάβη, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή ή απαξιωτική συμπεριφορά), έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν τα δικαιώματά τους και να τύχουν απόλυτα της προστασίας της αρχής αυτής. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 68 του ν. 4636/2019 ορίζεται ρητά ότι, όπου σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού παύει η ισχύς του δικαιώματος παραμονής του αιτούντος στη χώρα, εξετάζεται η τυχόν συνδρομή των όρων της αρχής της μη επαναπροώθησης και, στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι αυτής, χορηγείται σ’ αυτόν βεβαίωση περί μη απομάκρυνσης για ανθρωπιστικούς λόγους, η οποία ισοδυναμεί με βεβαίωση αναβολής απομάκρυνσης του άρθρου 24 του ν. 3907/2011. Εξάλλου, ναι μεν η ταυτόχρονη έκδοση πράξης διακοπής εξέτασης του αιτήματος παροχής διεθνούς προστασίας και απόφασης επιστροφής είναι επιτρεπτή, η εκτέλεση, όμως, της δεύτερης γίνεται εντός του πλαισίου των διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, η οποία έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3907/2011 (σκέψη 20), που εξασφαλίζουν τη δίκαιη μεταχείριση εκείνου που έχει πραγματικά ανάγκη διεθνούς προστασίας. Επομένως, ο υπήκοος τρίτης χώρας, σε περίπτωση που έχει εκδοθεί από την Ανεξάρτητη Αρχή Προσφυγών απόφαση αφενός περί διακοπής της εξέτασης της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, λόγω ανάκλησης αυτής, και αφετέρου περί επιστροφής του, δύναται, αφενός μεν, να υποβάλει, κατά τα προεκτεθέντα, αίτηση επανεξέτασης του αιτήματός του ή νέα αίτηση (εντός της εννεάμηνης προθεσμίας) για διεθνή προστασία, οπότε δεν εκτελείται η απόφαση περί επιστροφής, αφετέρου δε, να υποβάλει οποτεδήποτε, πριν να εκτελεσθεί η απόφαση περί επιστροφής, αίτημα για να εξεταστεί εάν συντρέχουν στην περίπτωσή του οι όροι της αρχής της μη επαναπροώθησης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ενεργοποίηση των ως άνω δικαιωμάτων προϋποθέτει την υποβολή αίτησης εκ μέρους του ενδιαφερομένου. […]

27. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στις σκέψεις 21-24, ως προς το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, για το οποίο εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η κρινόμενη αίτηση, προσήκει η απάντηση ότι, κατά την έννοια των παρ. 1 και 4 του άρθρου 81 του ν. 4636/2019, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 13 του ν. 4686/2020, στην περίπτωση που διαπιστώνεται σιωπηρή ανάκληση αιτήματος αλλοδαπού περί παροχής διεθνούς προστασίας και εκδίδεται πράξη διακοπής της διαδικασίας εξέτασης αυτού, στην οποία σωρεύεται και απόφαση περί επιστροφής του αλλοδαπού, η τελευταία αυτή παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της από την έκδοση και κοινοποίησή της στον ενδιαφερόμενο και, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έχει αυτός εν τω μεταξύ υποβάλει αίτηση επανεξέτασης του αιτήματός του περί παροχής διεθνούς προστασίας ή νέα αίτηση, μπορεί να εκτελεσθεί και πριν από την πάροδο εννέα μηνών από την κοινοποίησή της, εφόσον με την διακοπή της εξέτασης του αιτήματος περί παροχής διεθνούς προστασίας παύει να ισχύει το δικαίωμα προσωρινής παραμονής του αλλοδαπού στη χώρα. Με την έννοια δε αυτή η επίμαχη ρύθμιση του εθνικού δικαίου είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των οδηγιών 2013/32/ΕΕ και 2008/115/ΕΚ, καθώς και με την αρχή της μη επαναπροώθησης. […]

Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, για το οποίο εισήχθη η αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 27 του σκεπτικού.

Κρατεί την υπόθεση, δικάζει και δέχεται την αίτηση.

Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. …./2.6.2020 απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών (υπό μονομελή σύνθεση), κατά το μέρος που διατάσσει την επιστροφή της αιτούσας (και των τέκνων της) «μόνο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την επίδοση» της εν λόγω απόφασης.

12. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274) υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. Διατηρήθηκε ωστόσο, δυνάμει της περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εκδίκαση των ακυρωτικών διαφορών που γεννώνται, μεταξύ άλλων, από την προσβολή πράξεων, αναφερόμενων στην αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης του 1951 περί του νομικού καθεστώτος των προσφύγων και του συναφούς Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της οικείας τροπολογίας, κρίσιμη για την ανωτέρω ρύθμιση ήταν η υπερβολική αύξηση του αριθμού των σχετικών με την είσοδο, παραμονή ή απέλαση των αλλοδαπών διαφορών από το 1990 και μετά. Συνεκτιμήθηκε δε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ήδη διαμορφώσει πάγια νομολογία για τα σημαντικότερα ζητήματα που αφορούν την κατάσταση των αλλοδαπών στη χώρα, ώστε υπήρχε το νομολογιακό υλικό που επέτρεπε στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια την, χωρίς μείζονα ερμηνευτικά προβλήματα, επίλυση των σχετικών διαφορών. Με το άρθρο 49 του ν. 3900/2010, και σε συνέχεια του 4/2010 Πρακτικού του Συμβουλίου της Επικρατείας σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, με το οποίο προτάθηκε η σχετική ρύθμιση, αντικαταστάθηκε το άρθρο 15 του ν. 3068/2002, και υπήχθησαν κατ’ αρχήν, με την παρ. 1 του άρθρου αυτού, στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει. Περαιτέρω, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα υπό την ανωτέρω έννοια (καθώς και αυτών που αφορούν την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας), οι δε αποφάσεις επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977. Εξάλλου, το άρθρο 50 του ν. 3900/2010 όρισε ότι «Οι διατάξεις των άρθρων … και 49 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έως την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου αλλά δεν έχουν συζητηθεί διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία και εφετεία με πράξεις του Προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού». Με το άρθρο 115 του ν. 4636/2019 το ανωτέρω άρθρο 15 του ν. 3068/2002 αντικαταστάθηκε εκ νέου ως εξής: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται: α) κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, β) που αφορούν την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, γ) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης … . 2. Για την εκδίκαση των διαφορών των περιπτώσεων α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου αρμόδιο κατά τόπον είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. … . 3. Για την εκδίκαση των διαφορών της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1, αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου, που εδρεύουν εντός των Περιφερειών Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Πελοποννήσου, Βορείου Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου, Κρήτης και Αττικής και για τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου, που εδρεύουν εντός των Περιφερειών Ιονίων Νήσων, Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αρμόδιο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Για τις υποθέσεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1, οι αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 4. Για την εκδίκαση των διαφορών της παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 702/1977. Οι αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977. 5. … 7. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 των περιπτώσεων β΄ και γ΄ εφαρμόζονται στις εκκρεμείς υποθέσεις στα Διοικητικά Εφετεία της χώρας, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπον αρμόδια Διοικητικά Πρωτοδικεία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου με πράξεις των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης ή των Προέδρων που διευθύνουν τα δικαστήρια. Για τις υποθέσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι προθεσμίες του άρθρου 110 [για τις προθεσμίες για τον προσδιορισμό της αίτησης ακυρώσεως]». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4636/2019 «Με το άρθρο 115 μεταφέρεται η αρμοδιότητα εκδίκασης των υποθέσεων που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα στα διοικητικά πρωτοδικεία και μάλιστα μόνο σε αυτά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Με τη ρύθμιση αυτή αντιμετωπίζεται το ζήτημα της διάσπασης της ενότητας της δικαστηριακής αντιμετώπισης συγκεκριμένης κατηγορίας διαφορών, ώστε πλέον όλες οι διαφορές που αφορούν το δίκαιο των αλλοδαπών να εκδικάζονται από τα διοικητικά πρωτοδικεία. Περαιτέρω, η εξαίρεση από τη ρύθμιση της κατά τόπο αρμοδιότητας, ειδικά για τις υποθέσεις που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, με την πρόβλεψη ότι οι υποθέσεις αυτές θα εκδικάζονται μόνο από τα Διοικητικά Πρωτοδικεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, επιβάλλεται λόγω ανάγκης ταχείας εκδίκασης των υποθέσεων αυτών, καθόσον τα ανωτέρω διοικητικά πρωτοδικεία διαθέτουν υποδομές και οργάνωση προκειμένου να εκδικάσουν τη συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών». Τέλος, με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103/27.5.2020) αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 15 του ν. 3068/2002, ώστε, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις κτήσης και απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας να υπαχθούν εκ νέου στα κατά τόπον αρμόδια τριμελή διοικητικά εφετεία. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 115 του ν. 4636/2019, η οποία αποτελεί την κατάληξη μιας τμηματικής και προσεκτικής μεταφοράς των σχετικών με το δίκαιο των αλλοδαπών αρμοδιοτήτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας προς τα διοικητικά δικαστήρια, αποβλέπει στην καλύτερη οργάνωση της απονομής δικαιοσύνης σε αυτήν την κρίσιμη όλα τα τελευταία χρόνια κατηγορία διαφορών. Η συγκέντρωση του συνόλου των διαφορών που αναφύονται από πράξεις σχετικές με το δίκαιο των αλλοδαπών (με την εξαίρεση των διαφορών που αφορούν την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας που δικάζονται από το διοικητικό εφετείο κατά την παρ. 9 του άρθρου 57 του ν. 4689/2020) στα διοικητικά πρωτοδικεία γίνεται σε χρόνο που τα δικαστήρια αυτά έχουν αποκτήσει ήδη πολυετή εμπειρία από την εκδίκαση συναφών διαφορών. Το γεγονός δε ότι οι εκδιδόμενες στις διαφορές αυτές αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας συνιστά μία επιπλέον εγγύηση και εξασφαλίζει την ενότητα της νομολογίας.

13. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 26 καθιερώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, στην παρ. 1 του άρθρου 87 ορίζει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 93 προβλέπει ότι τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους. Εξάλλου, το άρθρο 95 του Συντάγματος προβλέπει ότι στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκει, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών (παρ. 1 περ. α΄), ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει τις υποθέσεις αυτές σε δεύτερο βαθμό, όπως ορίζει ο νόμος (παρ. 3), και, τέλος, ότι οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει (παρ. 4). Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η οργάνωση της δικαιοσύνης ρυθμίζεται επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα από τον νομοθέτη, οι σχετικές ρυθμίσεις όμως πρέπει να αποβλέπουν στην εύρυθμη λειτουργία της, να προάγουν την αποτελεσματικότητα της απονομής της και το κύρος των δικαστηρίων και να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης που συνδέεται με τη δικαστική αμεροληψία καθώς και την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (πρβλ. ΣτΕ 3198/1981, 2152/1993 Ολομ., 3109/2017, ΑΠ 4/1996 Ολομ., ΣτΕ σε Ολομ. και Συμβούλιο 11/2002 και 1/2008). Εξάλλου, και σε συνέχεια της ως άνω διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 87 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, αλλά και της παρ.1 του άρθρου 88, που προβλέπει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί είναι ισόβιοι, το Σύνταγμα θέτει, περαιτέρω, τους βασικούς κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση αλλά και την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους δικαστικούς λειτουργούς. Ειδικότερα, η παρ. 3 του άρθρου 87 του Συντάγματος προβλέπει ότι η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού, ενώ το άρθρο 90, στις παρ. 1-4, ρυθμίζει τα σχετικά με τις προαγωγές και εν γένει τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών, θέτοντας τον κανόνα (με την εξαίρεση των προαγωγών στις θέσεις του Προέδρου και των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τις οποίες προβλέπει η παρ. 5 του άρθρου 90) ότι αυτές διενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και από μέλη του ίδιου δικαστηρίου που ορίζονται με κλήρωση. Προβλέπεται επίσης ότι στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου στον οποίον αφορούν οι υπηρεσιακές μεταβολές, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντιστοίχου, που ορίζονται επίσης με κλήρωση. Περαιτέρω, το άρθρο 91 του Συντάγματος ρυθμίζει σε γενικές γραμμές την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας στους δικαστικούς λειτουργούς διακρίνοντας μεταξύ όσων έχουν βαθμό αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή αντίστοιχους με αυτούς, ως προς τους οποίους η πειθαρχική εξουσία ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, του οποίου προβλέπει την συγκρότηση (παρ. 1 και 2), και των λοιπών δικαστικών λειτουργών ως προς τους οποίους η πειθαρχική εξουσία ασκείται από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, όπως ορίζει ο νόμος (παρ. 3). Οι ανωτέρω ρυθμίσεις του Συντάγματος εξειδικεύονται με τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (Α΄ 35). Συγκεκριμένα, σε σχέση με τους δικαστές των διοικητικών δικαστηρίων, ο Κώδικας αυτός ρυθμίζει στα άρθρα 66 και 67 τις προαγωγές και λοιπές υπηρεσιακές μεταβολές τους προβλέποντας (το άρθρο 67), μεταξύ άλλων, ότι το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο διοικητικής δικαιοσύνης αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (παρ. 1), καθώς και ότι εάν πρόκειται για θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας μετέχει στο εν λόγω ανώτατο δικαστικό συμβούλιο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, ότι για υπηρεσιακές μεταβολές προέδρων εφετών και εφετών, στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο δύο πρόεδροι εφετών, ενώ εάν πρόκειται για υπηρεσιακές μεταβολές δικαστών με βαθμό κατώτερο του εφέτη, μετέχουν χωρίς ψήφο δύο εφέτες (παρ. 8). Η επιθεώρηση των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ρυθμίζεται στα άρθρα 82, 84 και 85 του ανωτέρω Κώδικα. Ειδικότερα, το άρθρο 82 «Όργανα επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων» του Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 3514/2006 (Α΄ 266), ορίζει ότι: «Α. … Γ. Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων 1. Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών τους είναι το Συμβούλιο Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές. 2. … 3. Την επιθεώρηση διενεργούν: α. Στα διοικητικά εφετεία και πρωτοδικεία, σύμβουλοι επικρατείας. β. Στα διοικητικά πρωτοδικεία και πρόεδροι εφετών. γ. … 9. Οι πρόεδροι εφετών διενεργούν επιθεώρηση των διοικητικών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών συμβούλων επικρατείας. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει εκ των ομοιοβάθμων του αυτόν ή αυτούς που θα τη διενεργήσουν». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 84 του ίδιου ως άνω Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3514/2006, οι επιθεωρητές προτείνουν την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρουμένου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (παρ. 1 περ. γ΄).

14. Επειδή, οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών (ΑΕΠ) δεν αποτελούν δικαστήρια, κατά την έννοια του Συντάγματος (ΣτΕ Ολομ. 189/2007, 825/1998), ούτε συνιστούν πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, για την επίλυση των διαφορών των οποίων επιλαμβάνονται κατά το νόμο, αλλά ανεξάρτητες αρχές (εντασσόμενες στη δομή) της εκτελεστικής λειτουργίας του κράτους. Ασκούν, πάντως, αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος (ΣτΕ 2347-8/2017 Ολομ., 1694/2018 Ολομ.). Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις των ΑΕΠ εκδίδονται κατ’ ενάσκηση αρμοδιότητας “δικαιοδοτικού χαρακτήρα”, διότι (α) ανάγονται στον έλεγχο του νόμω και ουσία βάσιμου της προσβαλλόμενης με την ενδικοφανή προσφυγή πράξης, ώστε είτε να επιλυθεί η διαφορά ταχέως, είτε, τουλάχιστον, να εκκαθαριστούν επαρκώς τα λυσιτελώς τιθέμενα νομικά ή/και πραγματικά ζητήματα, προκειμένου, αφενός, να μην επιβαρύνεται ασκόπως ο φόρτος των διοικητικών δικαστηρίων και, αφετέρου, να εξυπηρετείται η οικονομία και η αποτελεσματικότητα της οικείας ένδικης διαδικασίας επίλυσης της διαφοράς (πρβλ. ΣτΕ 2465/2018 επταμ.) και β) συνάπτονται προς το δικαίωμα παροχής ένδικης προστασίας και την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια όχι μόνο για τον παραπάνω λόγο αλλά και καθόσον (i) το παραδεκτό της ένδικης προσφυγής προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής, (ii) ο δικαιοδοτικός έλεγχος αφορά στη νομιμότητα της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής και, συνακόλουθα, (iii) η έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου συναρτάται, κατ’ αρχήν, με την έκταση του ασκούμενου από τις ΑΕΠ ελέγχου. Επομένως, ο “δικαιοδοτικός” χαρακτήρας των αρμοδιοτήτων των ΑΕΠ απορρέει από το ότι η άσκησή τους, αφενός μεν, κατατείνει στην επίλυση των διαφορών που υποβάλλονται στις ΑΕΠ κατά το νόμο, αφετέρου δε, συνδέεται στενά με την άσκηση του δικαιώματος ένδικης προστασίας και την παροχή αυτής από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Ωστόσο, οι αποφάσεις των ΑΕΠ δεν συνιστούν άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας, η οποία επιφυλάσσεται από το Σύνταγμα (άρθρο 26) στα δικαστήρια, αλλά αναγκαίο προστάδιο της ένδικης διαδικασίας, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των διοικητικών δικαστηρίων. Εξάλλου, ναι μεν οι ΑΕΠ συγκροτούνται (πλέον αποκλειστικά) από δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά τα πρόσωπα αυτά στελεχώνουν τις ΑΕΠ και ασκούν (συλλογικά και με καθεστώς προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας) τις αρμοδιότητες των ΑΕΠ όχι υπό την ιδιότητά των ως δικαστικών λειτουργών, αλλά ως κρατικοί λειτουργοί – μέλη ανεξάρτητων αρχών της εκτελεστικής λειτουργίας. Τούτων έπεται ότι, στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού ελέγχου των αποφάσεων των ΑΕΠ από τα διοικητικά πρωτοδικεία, δεν κρίνεται η νομιμότητα αποφάσεων δικαστηρίων ή αποφάσεων δικαιοδοτικών, ήτοι εκδοθεισών κατ’ ενάσκηση της προβλεπόμενης στο Σύνταγμα δικαστικής λειτουργίας, ούτε, άλλωστε, ελέγχονται κρίσεις δικαστικών λειτουργών, εξενεχθείσες υπό την ιδιότητά τους αυτή, αλλά κρίσεις συλλογικών οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας. Εξάλλου, ο ως άνω δικαιοδοτικός έλεγχος ασκείται από δικαστικούς λειτουργούς των διοικητικών πρωτοδικείων, οι οποίοι απολαύουν των προβλεπόμενων από το Σύνταγμα και το νόμο αυξημένων εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπονομεύεται ή αποδυναμώνεται συνεπεία της έκδοσης των υπό έλεγχο πράξεων από όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας στα οποία συμμετέχουν άλλοι δικαστικοί λειτουργοί (πρβλ. ΣτΕ 2347-8/2017 Ολομ.). Συνεπώς, ο έλεγχος από τα διοικητικά πρωτοδικεία των αποφάσεων των ΑΕΠ στις οποίες τυχόν συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί έχοντες βαθμό ανώτερο του προέδρου πρωτοδικών ή του πρωτοδίκη (δηλαδή διοικητικοί εφέτες ή πρόεδροι εφετών διοικητικών δικαστηρίων) δεν γεννά ζήτημα παραβίασης της αρχής της ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης ούτε των επιταγών του Συντάγματος και του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου περί δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Εξάλλου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ κάθε άλλο παρά αποκλείει την συμμετοχή τακτικών δικαστών (δημοσίων λειτουργών, οι οποίοι απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, κατά την εθνική συνταγματική τάξη) στο όργανο που επιλαμβάνεται της προσφυγής κατά των πράξεων με τις οποίες απορρίπτεται αίτημα παροχής (ή ανακαλείται το καθεστώς) διεθνούς προστασίας, ενώ, εξάλλου, κατά τα ήδη κριθέντα (ΔΕΕ, απόφαση της 31.1.2013, C-175/2011, D. και A., σκέψη 103) η πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία ενδίκων μέσων (ή βοηθημάτων), με τα οποία οι αιτούντες διεθνή προστασία μπορούν να αμφισβητήσουν το κύρος των δυσμενών πράξεων του ανωτέρω οργάνου ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, «είναι από μόνη της σε θέση να αποτρέψει [το όργανο αυτό] από τυχόν πειρασμούς να υποκύψει σε εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις δυνάμενες να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία των μελών του». Η ανωτέρω κρίση δεν τίθεται εν αμφιβόλω από το γεγονός ότι οι πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων επιθεωρούνται, όπως έχει εκτεθεί, και από προέδρους εφετών ούτε από το γεγονός ότι οι επιθεωρητές πρόεδροι εφετών μπορεί να προτείνουν την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρούμενου πρωτοδίκη. Και τούτο, ιδίως ενόψει των προαναφερθεισών εγγυήσεων του Συντάγματος αλλά και του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων τόσο για την επιθεώρηση (η οποία διενεργείται, κατά τρόπο επαρκώς αιτιολογημένο και τεκμηριωμένο, από περισσότερους δικαστικούς λειτουργούς, και του Συμβουλίου της Επικρατείας), όσο και για τον πειθαρχικό έλεγχο (που ασκείται από συμβούλια τα οποία συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές) και τις προαγωγές και λοιπές υπηρεσιακές μεταβολές (που διενεργούνται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης). Άλλωστε, η άσκηση από τους προέδρους εφετών διοικητικών δικαστηρίων των αρμοδιοτήτων επιθεώρησης και πειθαρχικού ελέγχου δικαστών των διοικητικών πρωτοδικείων διέπεται από τη θεμελιώδη στην ημεδαπή και στην ενωσιακή έννομη τάξη αρχή της αντικειμενικής αμεροληψίας, η οποία μπορεί να βρει πεδίο εφαρμογής και όταν οι ασκούντες τις εν λόγω αρμοδιότητες έχουν προηγουμένως ασκήσει καθήκοντα μέλους ΑΕΠ. Ο ανωτέρω χαρακτήρας των ΑΕΠ του ν. 4375/2016, ως επιτροπών δηλαδή που ασκούν αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα, δεν άλλαξε μετά την αντικατάσταση του άρθρου 5 του ν. 4375/2016, όπως είχε τροποποιηθεί κατά βάση με τον ν. 4399/2016, με την παρ. 2 του άρθρου 116 του ν. 4636/2019 και την πρόβλεψη ότι αυτές αποτελούνται πλέον από τρεις δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Τούτο δε διότι με τον νεώτερο αυτό νόμο (ν. 4636/2019) απλώς ανασυγκροτήθηκαν οι Ανεξάρτητες Επιτροπές που ήδη λειτουργούσαν και συμπληρώθηκαν με την αντικατάσταση του τρίτου μέλους τους από έναν ακόμη δικαστικό λειτουργό (ΣτΕ 536/2020), προκειμένου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, να ενισχυθεί, περαιτέρω, το κύρος τους. Εξάλλου, η πρόβλεψη (με την παρ. 7 του ανωτέρω άρθρου 115 του ν. 4636/2019) ότι η αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων επί των υποθέσεων που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα ισχύει και για τις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών εφετείων υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος και οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία, δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα από συνταγματικής άποψης και, ειδικότερα, δεν αντίκειται προς τη θεσπιζόμενη με το άρθρο 8 εδ. α΄ του Συντάγματος αρχή του φυσικού δικαστή, εφόσον το ανωτέρω κριτήριο είναι γενικό και αντικειμενικό, η ρύθμιση δε αποβλέπει στην καλύτερη οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης στην επίμαχη κατηγορία διαφορών. Άλλωστε, συχνά οι νόμοι περί μεταφοράς αρμοδιοτήτων έχουν αντίστοιχες μεταβατικές ρυθμίσεις (βλ. σχετικώς τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 και το άρθρο 50 του ν. 3900/2010)· μάλιστα πολλοί από αυτούς τους νόμους καταλαμβάνουν και υποθέσεις στις οποίες έχει ήδη ορισθεί δικάσιμος (άρθρο 50 ν. 3900/2010).

15. Επειδή, μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Γ.Τ. και οι Σύμβουλοι Σ.Μ. και Α.Κ., με τη γνώμη των οποίων συντάχθηκε και η Πάρεδρος Β.Μ., οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Ο νομοθέτης έχει ευρεία ευχέρεια να προβλέπει τα του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης, κινούμενος όμως πάντοτε εντός των τεθειμένων συνταγματικών ορίων, υπό την έννοια ότι υποχρεούται, κατά τη θέσπιση των σχετικών ρυθμίσεων, να σέβεται πλήρως την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 26, 93 και 95) αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης, η οποία σχετίζεται με την εύρυθμη λειτουργία της και την προαγωγή της αποτελεσματικότητας στην απονομή της και να διασφαλίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (άρθρο 87), η οποία συνδέεται με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και την εντεύθεν δικαστική αμεροληψία∙ δεν είναι, επομένως, ανεκτή ως αντιβαίνουσα στις ανωτέρω συνταγματικές αρχές -ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης και δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας- η υιοθέτηση εκ μέρους του νομοθέτη ρυθμίσεων οι οποίες επιτρέπουν να τίθεται υπό την κρίση κατώτερων κατά βαθμό δικαστών η κρίση δικαστών βαθμολογικώς ανώτερων από αυτούς και να τίθεται έτσι, αντικειμενικώς, υπό εύλογη αμφισβήτηση η ανεξαρτησία γνώμης των κατώτερων δικαστών, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για κρίσεις επί αποφάσεων δικαστικών σχηματισμών ή συλλογικών οργάνων της Διοίκησης που ασκούν δικαιοδοτικό έργο (πρβλ. ΣτΕ 2612/2015, 3972-3974/2013, 2734/2005, 79/2001, ΑΔΣΔΔ 34, 27, 28/2016, 24, 17/2015, Πρακτικά 4/2010 και 2/2014 του ΣτΕ σε Ολομ. και Συμβ.). Ενόψει αυτών, η επίμαχη ρύθμιση κατά την οποία διοικητικά πρωτοδικεία που αποτελούνται από πρωτοδίκες και προέδρους πρωτοδικών, δικάζουν αιτήσεις ακυρώσεως που στρέφονται κατά αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, στις οποίες ενδέχεται να μετέχουν δικαστές ανώτεροι αυτών κατά βαθμό, εφέτες ή και πρόεδροι εφετών, αντιβαίνει προς τις ως άνω συνταγματικές αρχές, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, οι μεν πρόεδροι εφετών διενεργούν επιθεώρηση στα διοικητικά πρωτοδικεία και προτείνουν την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρούμενου, οι δε εφέτες μετέχουν χωρίς ψήφο στο Ανώτατο Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης προκειμένου για υπηρεσιακές μεταβολές δικαστών με βαθμό κατώτερο του εφέτη (άρθρα 82 παρ. 3 εδαφ. β΄, 84 παρ. 1 περ. β΄ και 67 παρ. 8 του Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), με αποτέλεσμα, υπό τα δεδομένα αυτά, να δύναται, αντικειμενικώς, να τεθεί υπό εύλογη αμφισβήτηση η κρίση των τελικώς αποφαινομένων δικαστών (πρωτοδικών και προέδρων πρωτοδικών) παρά τις κατά τα ανωτέρω συνταγματικές εγγυήσεις.

16. Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει ήδη εκτεθεί, για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα και, κατ’ εξαίρεση από τα γενικώς ισχύοντα στις διαφορές που αφορούν τη νομοθεσία περί αλλοδαπών εν γένει, αρμόδια κατά τόπο είναι αποκλειστικώς τα Διοικητικά Πρωτοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης κατά τα ανωτέρω ειδικότερα προβλεπόμενα από το άρθρο 115 του ν. 4636/2019. Η συγκέντρωση των διαφορών αυτών στα ως άνω δύο πρωτοδικεία έγινε, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, για το λόγο ότι αυτά διαθέτουν υποδομές και οργάνωση κατάλληλες για την ταχεία εκδίκασή τους. Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω κατά τόπο αρμοδιότητα των Διοικητικών Πρωτοδικείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης αποβλέπει σε οργανωτικό αποκλειστικά σκοπό και δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική διάταξη. […]