τελευταια νεα
Tag

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ

Browsing

Δεν προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο, στο πλαίσιο της σύννομης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, που διέθετε για τον χαρακτηρισμό του αιτούντος ως επικίνδυνου για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, εξέτασε τους λόγους για τους οποίους διατάχθηκε η επιστροφή και έλαβε χώρα η καταχώρηση στον Ε.Κ.ΑΝ.Α., σε συνδυασμό με τα στοιχεία της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και ότι συνεκτίμησε κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, από αυτά που είχαν τεθεί ενώπιον του και που ανάγονται στην όλη προσωπικότητα και συμπεριφορά του.

2. Επειδή, […] Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του εδ. α’, περ. γ’ και του εδ. β’ του άρθρου 6 του ν.4251/2014, το οποίο αφορά τις γενικές διατυπώσεις του δικαιώματος διαμονής των αλλοδαπών, προβλέπεται διακριτική ευχέρεια των οργάνων της Διοίκησης, να προβαίνουν σε απόρριψη αιτήματος χορηγήσεως ή ανανεώσεως αδείας διαμονής στην ημεδαπή, εφόσον διαπιστώσουν τη συνδρομή λόγων δημοσίας τάξεως και ασφαλείας στο πρόσωπο του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού, ήτοι εφόσον διαπιστώσουν ότι η παραμονή του στην ελληνική επικράτεια αποτελεί απειλή για τη δημόσια τάξη (ΣτΕ 5002/2013, 991/2013). Μεταξύ των κριτηρίων, που σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, συνεκτιμώνται από τα όργανα της Διοίκησης, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης τους αυτής, είναι η έκδοση σε βάρος του αλλοδαπού τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, χωρίς, όμως, η ύπαρξη τέτοιας απόφασης να οδηγεί αναγκαστικά και άνευ ετέρου στον χαρακτηρισμό του αλλοδαπού ως επικίνδυνου για την δημόσια τάξη. Περαιτέρω, άλλο κριτήριο, που θέτει ο νομοθέτης είναι η εγγραφή του αλλοδαπού στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, η οποία, επίσης, εφόσον συντρέχει, δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου προσώπου ως επικίνδυνου για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Τα όργανα της Διοίκησης έχουν μεν κατά τη διαμόρφωση της κρίσης τους περί της επικινδυνότητας του αλλοδαπού διακριτική ευχέρεια, η οποία, όμως, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 374/2011, 655/2011, 2946/2010, 2414/2008), η δε κρίση τους πρέπει να εκφέρεται αιτιολογημένα, μετά από συνεκτίμηση, στην περίπτωση της ύπαρξης καταδικαστικής απόφασης, της φύσης, της βαρύτητας, των συνθηκών διάπραξης του εγκλήματος, του ύψος της καταγνωσθείσας με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ποινής, στη δε περίπτωση της εγγραφής στον εθνικό κατάλογο, των λόγων που οδήγησαν σ’ αυτήν σε συνδυασμό με κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο αναγόμενο στην όλη προσωπικότητα και συμπεριφορά του αλλοδαπού (πρβλ. ΣτΕ 340/2019, 1772/2016, 4869/2012, 655/2011, 3222/2005 κ.α.).

8. Επειδή, η ανάκληση της άδειας διαμονής του αιτούντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται στην εγγραφή του ίδιου στον Ε.Κ.ΑΝ.Α. έως 5.9.2028, βάσει της […] απόφασης του αναπληρωτή αρμόδιου αξιωματικού της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, για λόγους δημόσιας τάξης, που προκύπτουν από την ανωτέρω απόφαση καθώς και από το […]έγγραφο του Τμήματος Επιστροφών της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής. Κατά την διατύπωση, εξάλλου, της σχετικής κρίσης, το αρμόδιο όργανο, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας, που διαθέτει προς τούτο, έλαβε υπόψη τα στοιχεία, που είχαν διαβιβαστεί υπηρεσιακώς από την Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής και ειδικότερα, το γεγονός ότι σχηματίστηκαν δικογραφίες σε βάρος του αιτούντος, ιδίως για τα αδικήματα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της κλοπής. Ωστόσο, στο […] έγγραφο του Τμήματος Επιστροφών της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής ρητά αναφέρεται ότι δεν είναι γνωστή στην ως άνω υπηρεσία η έκβαση των οικείων ποινικών υποθέσεων, ενώ ούτε από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει η τυχόν έκδοση δικαστικών αποφάσεων για τις σχηματισθείσες δικογραφίες, το ύψος των τυχόν επιβληθεισών ποινών και τα πραγματικά περιστατικά των φερόμενων ως τελεσθέντων αδικημάτων, ιδίως εκείνου της κλοπής. Βάσει αυτών αλλά και όσων έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και των οριζόμενων στο άρθρο 6 του ν. 4251/2014, από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, καθ’ ο μέρος αυτή έχει ως έρεισμα την σε βάρος του αιτούντος ύπαρξη της απόφασης επιστροφής και καταχώρησης στον Ε.Κ.ΑΝ.Α., δεν προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο, στο πλαίσιο της σύννομης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, που διέθετε για τον χαρακτηρισμό του αιτούντος ως επικίνδυνου για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, εξέτασε τους λόγους για τους οποίους διατάχθηκε η επιστροφή και έλαβε χώρα η καταχώρηση στον Ε.Κ.ΑΝ.Α., σε συνδυασμό με τα στοιχεία της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και ότι συνεκτίμησε κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, από αυτά που είχαν τεθεί ενώπιον του και που ανάγονται στην όλη προσωπικότητα και συμπεριφορά του (έτη παραμονής στην Ελλάδα, οικογενειακή κατάσταση και νόμιμη ή μη διαμονή των μελών της οικογένειάς του στη χώρα, κατάσταση υγείας κ.ά.). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρίσταται πλήρως και νομίμως αιτιολογημένη και συνεπώς, πρέπει να ακυρωθεί, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με τον οικείο λόγο, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης. Η ακύρωση δε της ένδικης απόφασης ως προς το παραπάνω κεφάλαιο στερεί, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.1 του ν. 3907/2011, το επιβληθέν σε βάρος του αιτούντος μέτρο της επιστροφής από το νόμιμο έρεισμά του και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.

Οι ένδικες απορρίψεις των αιτημάτων ανανέωσης των αδειών διαμονής ως μελών οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας, ερείδονται αποκλειστικώς στη διαπίστωση της υπέβασης των ανωτάτων ορίων απουσίας τους απο τη χώρα, δίχως η Διοίκηση να συνεκτιμήσει τη σταθερότητα των οικογενειακών τους δεσμών στην Ελλάδα, ή να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση εάν η απουσία τους επέφερε διάρρηξη των δεσμών τους με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς τους, που διαμένουν νομίμως στην ελληνική επικράτεια.

8. Επειδή, […] η Διοίκηση, κατά την εξέταση αιτημάτων ανανέωσης ή επανέκδοσης αδειών διαμονής, που προβλέπονται στα άρθρα 69 επ. του ν.4251/2014 για οικογενειακή επανένωση, οφείλει, σε περίπτωση που διαπιστώνεται απουσία του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας από την Ελλάδα, καθ’ υπέρβαση των χρονικών ορίων, που προβλέπονται στην παρ.6 του άρθρου 21 του ν.4251/2014, να συνεκτιμά τον χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών αυτού, τη διάρκεια διαμονής του στην ελληνική επικράτεια, καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του, να εκφέρει δε κρίση, περί του εάν η απουσία του από την ελληνική επικράτεια, καθ’ υπέρβαση των τιθέμενων χρονικών ορίων, συνεπάγεται διάρρηξη των οικογενειακών δεσμών του με τα μέλη της οικογένειάς του, που διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση με τα υπ’αρ.πρωτ. …/21-11-2019 έγγραφά της ζήτησε από τους αιτούντες, όπως προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία διαμονής των τέκνων του στη Χώρα, αυτοί δε με τις συμπληρωματικές αιτήσεις τους προσκόμισαν τα ως άνω πιστοποιητικά. Οι ένδικες δε απορρίψεις των αιτημάτων ανανέωσης των αδειών διαμονής των …, ως μελών οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας, ερείδονται αποκλειστικώς στη διαπίστωση της Διοίκησης ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις λόγω ελλείψεων βάσει νόμου. Ωστόσο, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν αιτιολογούνται νομίμως, καθόσον η απουσία των ανωτέρω από την Ελλάδα, όπως αυτή προκύπτει από τα υπ’αρ.πρωτ. … /4-7-2019 έγγραφα παροχής πληροφοριών αφιξαναχωρήσεων, τα οποία νομίμως συμπληρώνουν την αιτιολογία τους, ναι μεν υπερέβαινε το χρονικό όριο των έξι μηνών ανά έτος, πλήν όμως, δεν δύναται από μόνη της να αποτελέσει λόγο μη ανανέωσης των αδειών διαμονής, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά. Και τούτο, διότι ούτε από τις ίδιες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ούτε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατά την απόρριψη του επίδικου αιτήματος, η Διοίκηση, όπως όφειλε να πράξει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 παρ.6 σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ.1 και 4 του ν.4251/2014, αφενός έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το χαρακτήρα και την σταθερότητα των οικογενειακών τους δεσμών, τη διαμονή στο ελληνικό έδαφος έτερων μελών της οικογένειας, την ύπαρξη ή μη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής τους, αφετέρου εξέφερε εξατομικευμένη κρίση [βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, μεταξύ των οποίων ο χρόνος διαμονής των ιδίων και των υπολοίπων μελών της οικογένειάς τους στη Χώρα, η φοίτησή τους σε ελληνικά σχολεία, ο λόγος απουσίας τους], περί του εάν η, κατά τα ανωτέρω, απουσία τους από την Ελλάδα, επέφερε διάρρηξη των δεσμών τους με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς τους, που διαμένουν νομίμως στην ελληνική επικράτεια. Για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βάσιμα, πρέπει, κατά παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης.

Νεότερο νομοθετικό καθεστώς που προβλέπει επί σιωπηρής ανάκλησης την έκδοση απόφασης επί της ουσίας και όχι διακοπή εξέτασης του αιτήματος ασύλου και θέση στο αρχείο. Εκκρεμείς προσφυγές ενώπιον Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών. Κρίσιμο καθεστώς είναι το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης επί της προσφυγής. Αντίθετη μειοψηφία σύμφωνα με την οποία κρίσιμο εν προκειμένω καθεστώς είναι αυτό ισχύει κατά το χρόνο συζήτησης της προσφυγής.

5. Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η νομιμότητα της διοικητικής πράξης, εφόσον δεν ορίζεται ή δεν συνάγεται άλλο από το νόμο, κρίνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσής της. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, υπό την έννοια ότι κρίσιμο νομοθετικό καθεστώς είναι, κατ’ αρχήν, το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης επί ενδικοφανούς προσφυγής κατά απόφασης απορριπτικής αιτήματος διεθνούς προστασίας σε πρώτο βαθμό, όταν ακόμη θεσπίζεται μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας μεταξύ του χρόνου υποβολής της σχετικής αίτησης  και του χρόνου έκδοσης της απόφασης του πρώτου βαθμού επί της αιτήσεως αυτής, καθώς και μεταξύ του χρόνου άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας πρώτου βαθμού και του χρόνου έκδοσης της απόφασης επ’ αυτής (πρβλ. ΣτΕ 279, 280/2017, 941/2016, 3563/2008, 1/2006 7μ., 1981/2005 Ολομ., 2502/2004 7μ.). Ωστόσο, η Πρόεδρος του Τμήματος […], η οποία μειοψήφησε, διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Η ως άνω γενική αρχή του διοικητικού δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α΄ 51) που αποφαίνονται επί των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, όπου κρίσιμο είναι το νομοθετικό καθεστώς το οποίο ισχύει κατά το χρόνο συζήτησης της ενδικοφανούς προσφυγής από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, δεδομένου ότι διαφορετική ερμηνεία θα κατέληγε στην έκδοση ενδεχομένως αντιφατικών αποφάσεων επί ενδικοφανών προσφυγών, οι οποίες συζητήθηκαν την ίδια ημέρα, οι αποφάσεις όμως επ’ αυτών εκδόθηκαν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ίσχυε διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση η προαναφερόμενη γενική αρχή εφαρμόζεται εφόσον δεν ορίζεται ή δεν συνάγεται άλλο από τον νόμο, εν προκειμένω δε κάμψη της αρχής αυτής θεσπίστηκε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 117 του ν.4636/2019, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του ν.4686/2020, η οποία ρητά ορίζει ότι οι διατάξεις του ν.4636/2019 καταλαμβάνουν από την έναρξη ισχύος του όλες τις εκκρεμείς, ενώπιον της Αρχής Προσφυγών, προσφυγές που εξετάζονται από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, από 1ης.1.2020 ( Άρθρο 29 Τροποποίηση του άρθρου 117 του ν. 4636/2019 Στο άρθρο 117 του ν. 4636/2019 (Α΄ 169) προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής: «6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος νόμου καταλαμβάνουν από την έναρξη ισχύος του: α) όλες τις εκκρεμείς αιτήσεις διεθνούς προστασίας, β) όλες τις εκκρεμείς, ενώπιον της Αρχής Προσφυγών, προσφυγές που εξετάζονται από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, από 1ης.1.2020 και μετά. Κατ’ εξαίρεση: α) η παράγραφος 8 του άρθρου 70, καταλαμβάνει όλες τις εκκρεμείς προσφυγές επί των οποίων δεν έχει δημοσιευθεί απόφαση, β) η περίπτωση ε΄ του άρθρου 93 εφαρμόζεται σε όσες προσφυγές έχουν ασκηθεί από 1ης.1.2020 και μετά). Ερμηνευτικό εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής αντλείται εξάλλου από την προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 6 εδ.γ΄ του άρθρου 29 του ν.4686/2020, όπου ρητά ορίζεται ως κρίσιμο χρονικό σημείο για την έναρξη ισχύος της παρ.8 του άρθρου 70 ο χρόνος δημοσίευσης της απόφασης της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών. […]

8. Επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο,  με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη: α) ότι οι διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4636/2019, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 2 του ν. 4375/2016, τέθηκαν σε ισχύ από 1.1.2020, σύμφωνα με το άρθρο 125 του ν. 4636/2019, β) ότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (30.1.2020), εφαρμοστέο ήταν το καθεστώς του ν. 4636/2019, υπό την ισχύ του οποίου δεν προβλέπεται, πλέον, διαδικασία διακοπής εξέτασης αιτήματος για χορήγηση διεθνούς προστασίας, λόγω σιωπηρής ανάκλησης, αλλά ορίζεται, στο άρθρο 81 του ως άνω νόμου, ότι όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, οι αρμόδιες αρχές αποφαίνονται επί της ουσίας, κατόπιν επαρκούς εξέτασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, με βάση τα διαθέσιμα στην υπηρεσία στοιχεία, και γ) ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 30.1.2020, διακόπηκε η εξέταση του ένδικου αιτήματος χορήγησης διεθνούς προστασίας, λόγω σιωπηρής ανάκλησης της οικείας αίτησης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 47 παρ. 2 του ν. 4375/2016, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου και πρέπει, για το λόγο αυτό, να ακυρωθεί, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου, ενώ παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, η οποία, εφόσον κρίνει ότι υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, θα  εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις του ν. 4636/2019. Ωστόσο, η Πρόεδρος του Τμήματος, η οποία μειοψήφησε, διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο εξέτασης της ενδικοφανούς προσφυγής του αιτούντος (10.12.2019) εξακολουθούσε να ισχύει ο ν. 4375/2016 [δεδομένου ότι το άρθρο 47 αυτού καταργήθηκε από 1-1-2020, σύμφωνα με τα άρθρα 117 παρ. 6 – όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το 29 του ν.4686/2020 (Α΄ 96/12-5-2020), 119 και 125 του ν.4636/2019 (Α΄169) ], και, επομένως, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών ορθώς εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ.2, αφού έκρινε ότι υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, διέκοψε την εξέταση της αίτησης και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, δυνάμενου του αιτούντος, σε κάθε περίπτωση, να ζητήσει, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου 47, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης ή να υποβάλει νέα αίτηση. Εξάλλου, οι με αριθμούς 941/2016, 3563/2008, 1/2006 7μ., 1981/2005 Ολομ. και 2502/2004 7μ. αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, τις οποίες επικαλείται η άποψη που επικράτησε, έχουν ως αντικείμενο τον έλεγχο πράξεων ή παραλείψεων διοικητικών οργάνων και όχι δευτεροβάθμιων Επιτροπών μετά την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής (οι ΣτΕ  941/2016, 3563/2008 και 1981/2005 Ολομ. αφορούν πολεοδομικές υποθέσεις κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας σχετικά με την έκδοση οικοδομικών αδειών και την άρνηση ανακλήσεως συντελεσμένης απαλλοτριώσεως, η ΣτΕ 1/2006 αφορά απόρριψη από τον Υπουργό της Δικαιοσύνης αιτήματος περί χορηγήσεως σε δικαστικό λειτουργό ειδικής εννεάμηνης άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου και η ΣτΕ 2502/2004 έχει εκδοθεί επί αιτήσεως ακύρωσης κατά αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας). Περαιτέρω, οι 279 και 280/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορούν το δικαστικό έλεγχο αποφάσεων Δευτεροβάθμιων Επιτροπών του άρθρου 10 του ν. 2643/1998  «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 220), ήτοι αντικειμένου που δεν σχετίζεται με την υπό κρίση υπόθεση, που αφορά αίτηση ακύρωσης κατά απόφασης  Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4375/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 1 του ν. 4399/2016. Και τούτο, διότι οι ως άνω επιτροπές προσφυγών, οι οποίες είναι αρμόδιες για την εκδίκαση ενδικοφανών προσφυγών των αιτούντων διεθνή προστασία, ώστε να ελέγχονται κατά νόμον και κατ’ ουσίαν οι απορριπτικές σε πρώτο βαθμό αποφάσεις, χαρακτηρίζονται στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 86 του ν. 4399/2016, ως «οιονεί δικαιοδοτικά όργανα», έχει δε κριθεί ότι δεν αποτελούν μεν δικαστήρια, κατά την έννοια του Συντάγματος, συνιστούν όμως επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 89 παρ. 2 (ΣτΕ 1237, 1238/2017 Ολομ. και 2347, 2348/2017 Ολομ.). Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη παρίσταται νόμιμη και η ένδικη αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης. […]

Δέχεται την αίτηση.

Ακυρώνει την 25443/2019/30.1.2020 απόφασης της 9ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, κατά το σκεπτικό.

Οι διατάξεις του Κώδικα Μετανάστευσης που προβλέπουν ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας έλληνα πολίτη, την προηγούμενη παραίτησή του ενδιαφερομένου απο την αίτηση ασύλου του, αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος.

7. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις [του Ν.4251/2014] που παρατέθηκαν στην τρίτη σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να χορηγηθεί, σε αιτούντα διεθνή προστασία, άδεια διαμονής στην Ελλάδα, ως σύζυγο Ελληνίδας πολίτη, είναι η προηγούμενη παραίτησή του από την σχετικά κατατεθείσα αίτηση διεθνούς προστασίας. Όπως, όμως, προέκυψε, ο αιτών δεν προσκόμισε έκθεση παραίτησης από την υποβληθείσα στις 22.5.2018 αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας, παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε η προσκόμιση αυτής, ενώ, όπως επίσης προέκυψε, ουδέποτε παραιτήθηκε από της ως άνω αίτηση. Με τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι νόμιμα απορρίφθηκε η αίτησή του για τη χορήγηση σε αυτόν άδειας διαμονής στην Ελλάδα, ως σύζυγο Ελληνίδας πολίτη, με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε έκθεση παραίτησης από την σχετικά κατατεθείσα αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία  (αιτιολογία) παρίσταται νόμιμη και επαρκής, όσα, δε, περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αιτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί παράβασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης είναι απορριπτέος ομοίως ως αβάσιμος, καθώς, στην προκείμενη περίπτωση δεν ήταν επιβεβλημένη η κλήση του αιτούντος σε ακρόαση πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Και τούτο διότι, η ως άνω απόφαση εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτησή του, με την οποία είχε την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις του και να προσκομίσει τα απαιτούμενα για την υποστήριξή της στοιχεία (βλ. ΣτΕ 1748/2020, 991/2018, 715/2015 3719/2009, 2147/2007, 452/2004 κ.α.). Ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν και οι λόγοι ακύρωσης περί κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οι ως άνω αρχές δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος χώρησε κατά δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, βάσει αντικειμενικών δεδομένων, και συγκεκριμένα επειδή δεν προσκόμισε την αιτηθείσα έκθεση παραίτησης από την σχετικά κατατεθείσα αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας (πρβλ. ΣτΕ 1803/2016, 3685, 3771/2012, 4028/2011). Εξάλλου, οι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στο κυριαρχικό δικαίωμα της ελληνικής πολιτείας, στο πλαίσιο της μεταναστευτικής της πολιτικής, να ελέγχει την είσοδο, εγκατάσταση, εργασία κατά κλάδο δραστηριότητας και παραμονή των αλλοδαπών σε αυτήν (βλ. ΣτΕ 991/2018, 1803/2016, 715/2015, 5029, 2107/2012). Κατόπιν τούτων, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λόγων ακύρωσης που πλήττουν το επάλληλο αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνίσταται στη μη εμφάνιση του αιτούντος ενώπιον της Επιτροπής Μετανάστευσης και Ασύλου, κατά τις σχετικά ορισθείσες ημερομηνίες της 26ης.6.2020 και της 4ης.12.2020.

10. Επειδή, η απόρριψη του ένδικου αιτήματος διεθνούς προστασίας των αιτούντων ερείδεται στην κρίση της Επιτροπής Προσφυγών ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί τους δεν έγιναν δεκτοί, διότι υπήρχαν ορισμένες σημαντικές αντιφάσεις, και συγκεκριμένα ότι: α) δεν ήταν ταυτόσημες οι αφηγήσεις τους σχετικά με το περιστατικό της πυρπόλησης της οικίας τους, και β) οι αιτούντες δεν κατάλαβαν, ούτε γνώριζαν την απάντηση στην ερώτηση σχετικά με την ιδεολογική τοποθέτηση (αριστερή ή δεξιά) του κόμματος που υποστηρίζουν. Όμως η κρίση αυτή της Επιτροπής αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών των αιτούντων, η οποία στηρίζεται στα ανωτέρω συμπεράσματα, δεν αιτιολογείται επαρκώς. Και τούτο διότι η διαπίστωση ότι οι αιτούντες δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τον πολιτικό χώρο του κόμματός τους βάσει του ιδεολογικού διπόλου αριστερά-δεξιά δεν συνιστά εύλογη κρίση, διότι από το συνταχθέν πρακτικό συνέντευξης προκύπτει αβίαστα ότι ο πρώτος αιτών δεν κατανόησε το νόημα της ερώτησης, ενώ ο αρμόδιος χειριστής δεν απηύθυνε ούτε σε αυτόν ούτε στην αιτούσα ερωτήσεις για περαιτέρω διευκρίνιση πάνω στο ζήτημα αυτό ή για την παράθεση περισσότερων λεπτομερειών, όπως όφειλε. Επιπροσθέτως, από τις διεθνείς πηγές που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η πολιτική ζωή στη Σιέρρα Λεόνε είναι έντονα διαιρεμένη, με την πολιτική διαμάχη να εστιάζεται στις διαφορές μεταξύ εθνοτικών ομάδων που ζουν στο βόρειο και νότιο τομέα της χώρας και όχι τόσο σε ιδεολογίες βάσει του ισχύοντος πολιτικού χάρτη στην Ευρώπη. Περαιτέρω, η κρίση της Επιτροπής ότι δεν είναι αξιόπιστος ο ισχυρισμός των αιτούντων περί της πυρπόλησης της οικίας τους από μέλη του αντίπαλου κόμματος τον Απρίλιο του 2018, ήτοι μετά τη διενέργεια των εθνικών εκλογών, ομοίως δεν αιτιολογείται επαρκώς, διότι η μικρή διαφοροποίηση στις αφηγήσεις των αιτούντων αφενός μεν δικαιολογείται ευλόγως από το γεγονός ότι η αιτούσα δεν ήταν παρών στο κρίσιμο συμβάν, αφετέρου δε η διαφοροποίηση αυτή δεν αρκεί για να αναιρέσει την αληθοφάνεια του συμβάντος της πυρπόλησης και να οδηγήσει στον χαρακτηρισμό του σχετικού ισχυρισμού ως μη αξιόπιστου. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση και την παρατιθέμενη αιτιολογία της, όπως αυτή εκτίθεται στην όγδοη σκέψη, έχει υιοθετήσει αυτούσια το περιεχόμενο της πρωτοβάθμιας απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προέβη, ως όφειλε, σε ενδελεχή εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής των αιτούντων, με την οποία προέβαλαν ουσιώδεις ισχυρισμούς ως προς τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, την ένταξη και οργάνωσή τους σε πολιτικό κόμμα που ανήκει στην αντιπολίτευση στη Σιέρρα Λεόνε, τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις εκλογές του 2018, μεταξύ των οποίων και η πυρπόληση της οικίας τους, για τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σχετικά έγγραφα (φωτογραφίες, αντίγραφα των κομματικών ταυτοτήτων τους και του καταστατικού του κόμματος) και δημοσιεύματα που αποδεικνύουν τα αντίθετα από αυτά που δέχτηκε η Επιτροπή. Κατόπιν τούτων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή όφειλε να κάνει δεκτούς, έστω και με το ευεργέτημα της αμφιβολίας, τους ισχυρισμούς των αιτούντων σχετικά με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, την ένταξη και επίσημη οργάνωσή τους με το αντιπολιτευόμενο κόμμα, καθώς και το συμβάν της πυρπόλησης της οικίας τους από μέλη του κυβερνώντος κόμματος, και να εξετάσει, για τους λόγους αυτούς, αν συντρέχει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης των αιτούντων σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται μη νόμιμη, διότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας, και πρέπει να ακυρωθεί κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο ακύρωσης.  

[…] Ακυρώνει την υπ΄αρ.πρωτ. 8746/2019/10.4.2020 απόφαση του β΄ βαθμού της 13ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα αιτιολογημένη κρίση, κατά το σκεπτικό.

7. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του τρίτου μέρους του Ν.4636/2019 – όπως τροποποιηθείσες ίσχυαν, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο – κατοχυρώνεται το δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας για κάθε αλλοδαπό ή ανιθαγενή και ρυθμίζεται η πρόσβαση στη διαδικασία, οι αρμόδιες αρχές παραλαβής, ο τρόπος υποβολής, καταγραφής και κατάθεσης αίτησης διεθνούς προστασίας. Από τις ίδιες δε αυτές διατάξεις, και, ειδικότερα, από εκείνες των άρθρων 65 παρ. 9 και 78 παρ. 3 συνάγεται ότι οι αρμόδιες αρχές παραλαβής (όπως αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 63 του εν λόγω νομοθετήματος) διασφαλίζουν την άσκηση του δικαιώματος κατάθεσης αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, της αυτοπρόσωπης υποβολής της από τον αιτούντα (παρέχοντας του, πάντως, τη δυνατότητα να συνεπικουρείται, κατά την εν λόγω αυτοπρόσωπη παράσταση, από πληρεξουσίους δικηγόρους ή συμβούλους), με την ρητή εξαίρεση από τον εν λόγω κανόνα, της αυτοπρόσωπης παρουσίας του αιτούντος, των αναφερομένων στην παρ. 7 του άρθρου 65 κατηγοριών υπηκόων τρίτης χώρας ή ανιθαγενών. Όπως δε προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, με τις επίμαχες διατάξεις του επιχειρήθηκε η προσαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, ενώ, περιλαμβάνονται και διατάξεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση διαδικαστικών και ουσιαστικών ζητημάτων, τα οποία διαπιστώθηκαν από τη μέχρι τότε εμπειρία της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και άλλες τροποποιήσεις που κρίθηκαν απαραίτητες για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Εξάλλου, η προρρηθείσα Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ L 180, στο εξής και Οδηγία περί διαδικασιών), με την οποία σκοπείται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 αυτής, η θέσπιση κοινών διαδικασιών για την χορήγηση και ανάκληση της διεθνούς προστασίας δυνάμει της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 (σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, ΕΕ L 337), ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 6 αυτής ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας να κατατίθενται αυτοπροσώπως και/ή σε καθορισμένο χώρο.[…]

10. Επειδή, εν προκειμένω, όπως έχει ήδη εκτεθεί, με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η παράλειψη του Π.Γ.Α. Αττικής να ικανοποιήσει την από 17.06.2020 εξώδικη όχληση της αιτούσας με την οποία αυτή δήλωσε τη βούλησή της να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ζήτησε τον ορισμό ημερομηνίας συνάντησης για την καταγραφή του εν λόγω αιτήματός της, με συνημμένη τη σχετική «αίτηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας – πολιτικού ασύλου». Σύμφωνα, όμως, με τις, ρυθμίζουσες, ειδικώς, το ζήτημα, διατάξεις του Ν.4636/2019 που αναφέρθηκαν στη σκέψη 6 και τα γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος κατάθεσης αίτησης διεθνούς προστασίας, συνιστά η αυτοπρόσωπη υποβολή της από τον αιτούντα, σε κάποια από τις αρμόδιες αρχής παραλαβής, με τον εν λόγω κανόνα να κάμπτεται μόνο στις αναφερόμενες στην παρ. 7 του άρθρου 65 του εν λόγω νόμου περιπτώσεις, στις οποίες η αιτούσα δεν προκύπτει και ούτε, εξάλλου, επικαλείται ότι υπάγεται. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 17.06.2020 εξώδικης όχλησης – αίτησης της αιτούσας, η ίδια, σε κάθε περίπτωση, γνώριζε την υποχρέωση αυτοπρόσωπης υποβολής της ένδικης αίτησής της, τα όσα δε προβάλει περί μη παραλαβής της σχετικής αίτησής της από τις αρμόδιες, προς τούτο, αρχές και περί μη ανταπόκρισης των αρμοδίων υπηρεσιών στις κλήσεις, μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής skype, προς το σκοπό απόδοσης ημερομηνίας καταγραφής (ραντεβού) απορρίπτονται ως αναπόδεικτα. Συνεπεία δε τούτων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 65 του Ν.4636/2019, η αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας θεωρείται κατατεθειμένη από την ημερομηνία της πλήρους καταγραφής της, μετά την αυτοπρόσωπη υποβολή της, διαδικασία στην οποία, ωστόσο, η αιτούσα ουδέποτε προέβη, από την παράλειψη του Π.Γ.Α. Αττικής να ικανοποιήσει το ένδικο αίτημα της αιτούσας, όπως αυτό αναλυτικώς αναφέρεται ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ.4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως. Για τον λόγο δε αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

2. Επειδή, στο άρθρο 2 του ν. 4018/2011 (Α΄ 215) ορίστηκε ότι: «1. Η αρμοδιότητα των Δήμων της Χώρας για την παραλαβή των αιτήσεων πολιτών τρίτων χωρών για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας διαμονής… μεταφέρεται στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, στη χωρική αρμοδιότητα των οποίων αυτοί υπάγονται. Με αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται, τα σημεία υποδοχής, όπου κατατίθενται οι αιτήσεις των πολιτών τρίτων χωρών για τη χορήγηση και την ανανέωση της άδειας διαμονής τους… Για τις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων οι αποφάσεις εκδίδονται ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του οικείου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και με αυτές καθορίζονται τα σημεία υποδοχής, ανά νομό ή νομαρχία, καθώς και η ημερομηνία κατά την οποία μεταφέρονται στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, που ορίζονται ως σημεία υποδοχής, οι σχετικές αρμοδιότητες των οικείων Δήμων. Ως σημείο υποδοχής ορίζεται η οικεία Διεύθυνση ή Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, που εδρεύει σε κάθε νομό της Αποκεντρωμένης Διοίκησης… 2. Οι Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, οι οποίες ορίζονται ως σημεία υποδοχής με τις αποφάσεις της προηγούμενης παραγράφου και από την κατά περίπτωση οριζόμενη σε αυτές ημερομηνία, αναλαμβάνουν πέραν των λοιπών αρμοδιοτήτων τους… ιδίως : α. την παραλαβή των αιτήσεων για τη χορήγηση ή την ανανέωση των αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων νόμιμης διαμονής. β. την αναζήτηση δικαιολογητικών μέσω ηλεκτρονικής διασύνδεσης, εφόσον υφίσταται τέτοια δυνατότητα, από τρίτους φορείς για τη συμπλήρωση των φακέλων των αιτήσεων. γ… 3. Από την ημερομηνία που ορίζεται, κατά περίπτωση, στις αποφάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι Δήμοι που εδρεύουν στον αντίστοιχο νομό παύουν να υποδέχονται πολίτες τρίτων χωρών για θέματα αδειών διαμονής και παραδίδουν, με πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής, στην ορισθείσα ως αρμόδια προς τούτο υπηρεσία, τους φακέλους που βρίσκονται σε εκκρεμότητα… 4…». Κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 4018/2011 εξεδόθη η 34547/2013 (ΦΕΚ Β 1785/2013) κοινή υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α.), με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ως σημείο υποδοχής (Υπηρεσία μιας στάσης), μεταξύ άλλων, η Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής.

3. Επειδή, περαιτέρω στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 4251/2014 (ΦΕΚ 80 Α΄) ορίζεται ότι: «2. Οι αιτήσεις για την ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία μιας στάσης της αρμόδιας Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αιτούντος ή στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4018/2011. …». Εξάλλου στον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, ότι: «1. α. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών, … Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή οφείλει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο. …». […]

6.Eπειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως απορρίφθηκε η αίτηση του αιτούντος για ανανέωση της άδειας διαμονής του διότι σε περίπτωση, όπως εν προκειμένω, κατά την οποία η αρμόδια καθ’ύλην υπηρεσία, στην οποία κατατίθεται αίτημα ανανέωσης άδειας διαμονής αλλοδαπού, διαπιστώσει ότι κατά τόπο αρμόδια είναι αντίστοιχη υπηρεσία άλλης Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στην περιφέρεια της οποίας, όπως προκύπτει από τα δικαιολογητικά του εν θέματι αλλοδαπού έχει τον τόπο διαμονής του, οφείλει, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να παραπέμψει την εκκρεμή αίτηση στην εν λόγω αρμόδια κατά τόπο Αρχή, και όχι να την απορρίψει για τον λόγο αυτό. Ενόψει αυτών, εφόσον εν προκειμένω διαπιστώθηκε από το τμήμα αστικής κατάστασης, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης Κυκλάδων στην ………Σύρου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Νοτίου Αιγίου ότι ο αιτών, βάσει των υποβληθέντων από αυτόν δικαιολογητικών, δεν διέμενε, κατά τον χρόνο υποβολής της υπ’ αριθμ. ………/19.7.2018 αίτησής του για ανανέωση της άδειας διαμονής του, σε τόπο της χωρικής του αρμοδιότητας, αλλά στον ……….όφειλε, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να παραπέμψει την εν λόγω αίτηση στην αρμόδια για την παραλαβή της και περαιτέρω εξέτασή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, και όχι να την απορρίψει. […]

Δέχεται την αίτηση.

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, μετά τη νόμιμη μετατροπή του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με την κατατεθείσα στις 08.04.2021 δήλωση παράστασης, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97) της δικηγόρου των εναγόντων, ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγoμένου Ελληνικού Δημοσίου, να καταβάλει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα: α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 150.000 ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 150.000 ευρώ και γ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά ζητούν οι ενάγοντες να τους καταβληθούν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής τους στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έως και την πλήρη εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους Α.Ε. (τέκνου του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και αδερφού της τρίτης ενάγουσας, αντίστοιχα), ο οποίος επήλθε κατά την παραμονή του τελευταίου στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.) της Μόριας, εξαιτίας παράνομων, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγομένου. […]

15. Επειδή, κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, βάσει της οποίας τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά το μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, είναι εγγενής στο σύστημα των Συνθηκών (βλ. την απόφαση του ΔΕΕ της 24.06.2019, ………….., C-573/17, σκ. 55). Σε περίπτωση δε εκπρόθεσμης μεταφοράς στην έννομη τάξη κράτους μέλους μιας Οδηγίας, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω Οδηγίας, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας αυτής, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα (βλ. την απόφαση του ΔΕΚ, της 04.07.2006, ……., C-212/04, σκ. 124). Περαιτέρω, από σειρά διατάξεων των Οδηγιών 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ [βλ. ιδίως τα ταυτάριθμα άρθρα 2 (ορισμοί) και 3 (πεδίο εφαρμογής) των ως άνω Οδηγιών, υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων 27 της πρώτης και 8 της δεύτερης] προκύπτει ότι για τις ανάγκες εφαρμογής των κοινών διαδικασιών και των προτύπων υποδοχής, αντιστοίχως, που θεσπίζονται με αυτές, θα πρέπει ως αιτούντες άσυλο να θεωρούνται, κατ’ αρχήν και όσοι υπήκοοι τρίτων χωρών εκφράζουν την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία (βλ. και το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4375/2016). Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές υποδοχής και φιλοξενίας υπείχαν ήδη, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο έναντι όχι μόνο των αιτούντων άσυλο, αλλά και των εκπεφρασμένα επιθυμούντων να αιτηθούν διεθνή προστασία, τη γενική υποχρέωση παροχής των υλικών συνθηκών υποδοχής και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, που προβλέπεται στο άρθρο 12 του π.δ/τος 220/2007 (και πλέον το άρθρο 17 του ν. 4540/2018) και τα άρθρα 17, 18 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ (πρβλ. τις αποφάσεις του ΔΕΕ της 25.06.2020, ………………., C36/20, σκ. 79,83, 86-94, της 27.02.2014, …….. και λοιποί, C79/13, σκ. 33 και της 27.09.2012, ……. και ……., C-179/11, σκ. 39). Και ναι μεν κατά το άρθρο 18, παρ. 9, στοιχ. β? της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ (βλ. το άρθρο 13 παρ. 10 του ως άνω π.δ/τος) τα κράτη μέλη μπορούν, κατ’ εξαίρεση και σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να καθορίζουν λεπτομέρειες των υλικών συνθηκών υποδοχής, διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο, για εύλογη χρονική περίοδο, η οποία είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, όταν, μεταξύ άλλων, έχουν εξαντληθεί προσωρινά οι συνήθως διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης (βλ. τις αποφάσεις του ΔΕΕ ………………, σκ. 108 και της 17.12.2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C808/18, σκ. 222-223). Ωστόσο, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, την πρόσβαση του αιτούντος σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης (πρβλ. την απόφαση του ΔΕΕ ……, C-233/18, σκ. 45-46). Αντιστοίχως, το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 4375/2016 θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, σε κάθε περίπτωση και μετά την περάτωση των διαδικασιών ταυτοποίησης και υποδοχής και μέχρι να μεταφερθεί ο έχων εκφράσει την επιθυμία να αιτηθεί διεθνή προστασία με μέριμνα της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης από το Κ.Υ.Τ. όπου υποβλήθηκε στις ως άνω διαδικασίες, σε κατάλληλη δομή για την προσωρινή υποδοχή του (πρβλ. το έβδομο εδάφιο της παρ. 7 όπως αντικαταστάθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 18 παρ. 5 του ν. 4587/2018, Α΄ 218), οι αρμόδιες υπηρεσίες του οικείου Κ.Υ.Τ. εξακολουθούν να υπέχουν την υποχρέωση που θεσπίζει η ως άνω διάταξη περί μέριμνας για την αξιοπρεπή διαβίωση αυτού. Τούτο μάλιστα ενόψει και της σχετικώς διαμορφωθείσας νομολογίας του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία, αφενός η υποχρέωση εξασφάλισης αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης επιβάλλει στα κράτη μέλη να παρέχουν διαρκώς και αδιαλείπτως το εν λόγω επίπεδο διαβίωσης. Αφετέρου, η πρόσβαση στις υλικές συνθήκες υποδοχής, που θα είναι ικανή να εξασφαλίσει ένα τέτοιο επίπεδο διαβίωσης, πρέπει να παρέχεται από τις αρχές των κρατών μελών με συγκεκριμένες ρυθμίσεις και υπό τη δική τους ευθύνη (βλ. τις αποφάσεις του ΔΕΕ ……., σκ. 50, …… και λοιποί, σκ. 35, 49-50, και …… και ……, σκ. 56).

16. Επειδή, εν προκειμένω, ο συγγενής των εναγόντων, αμέσως μετά την άφιξή του στο Κ.Υ.Τ. της Λέσβου στις 14.11.2016 και κατά την υποβολή του στις διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης, εξέφρασε την επιθυμία να υποβάλει αίτημα διεθνούς προστασίας, με συνέπεια να εκδοθούν αυθημερόν από το Διοικητή του Κ.Υ.Τ. Λέσβου το με αριθμ. πρωτ. …../14.11.2016 Παραπεμπτικό Σημείωμα προς σχετική ενημέρωση της Υπηρεσίας Ασύλου και η με αριθμ. πρωτ. ……/14.11.2016 σχετικής Απόφαση Παραπομπής. Ενόψει τούτου, σύμφωνα με το άρθρο του 12 του π.δ/τος 220/2007 και το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 4375/2016, όπως αυτά ερμηνεύτηκαν υπό το φως του ενωσιακού δικαίου στη δέκατη πέμπτη σκέψη της παρούσας, οι αρμόδιες αρχές της Υπηρεσίας υποδοχής και ταυτοποίησης είχαν την υποχρέωση έναντι του συγγενούς των εναγόντων, ως επιθυμούντος να αιτηθεί διεθνή προστασία, να του παρέχουν ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, που να διασφαλίζει την υγεία, την κάλυψη βιοτικών αναγκών και την προστασία των θεμελιωδών του δικαιωμάτων του. Σε κάθε περίπτωση δε, και παρά την απουσία από τα στοιχεία της δικογραφίας του σώματος της απόφασης περί περιορισμού της ελευθερίας του συγγενούς των εναγόντων, δεδομένης της αυθημερόν περάτωσης στις 14.11.2016 των διαδικασιών ταυτοποίησης και υποδοχής του, την ίδια αυτή μέρα ήρθη κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 4375/2016 αυτοδικαίως, ήτοι χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης, ο περιορισμός της ελευθερίας που του είχε επιβληθεί μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι να ταυτοποιηθεί, λαμβανομένου επίσης υπόψη του ότι δεν ακολούθησε οποιαδήποτε απόφαση περί παράτασης του περιορισμού της ελευθερίας του, ο οποίος, άλλωστε, δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με την ίδια ως άνω διάταξη, να υπερβαίνει συνολικά τις 25 ημέρες από την είσοδό του στο Κ.Υ.Τ.. Συνεπώς, μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησης, ο συγγενής των εναγόντων, δεν τελούσε υπό κράτηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 περ. ι του π.δ/τος 220/2007 και του άρθρου 2 περ. η της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, αλλά ούτε και κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 περ. στ της ΕΣΔΑ (βλ. ιδίως την απόφαση του ΕΔΔΑ, της 25.01.2018, ……. και λοιποί κατά Ελλάδας, 22696/16 σκ. 83-87). Ομοίως απορριπτέος είναι ο ειδικότερος ισχυρισμός των εναγόντων περί de facto κράτησης του συγγενούς τους, λόγω της εις βάρος του έκδοσης απόφασης απέλασης, αφενός διότι δεν εμπεριέχεται απόφαση τέτοιου περιεχομένου μεταξύ των στοιχείων της δικογραφίας και αφετέρου διότι κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 περ. ζ του ν. 4375/2016 απόφαση απέλασης θα μπορούσε να εκδοθεί μόνο κατόπιν απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας του συγγενούς τους, προϋπόθεση που δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε εν προκειμένω. Ακολούθως, για την εκτίμηση των υλικών συνθηκών υποδοχής του συγγενούς των θανόντων στο επίμαχο Κ.Υ.Τ. της Λέσβου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, τις αποφάσεις προσωρινών μέτρων του ΕΔΔΑ, τις εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνέδριου και του Ειδικού Εισηγητή της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, τις συνταχθείσες κατόπιν επιτόπιων επισκέψεων στο εν λόγω Κ.Υ.Τ. εκθέσεων από ανεξάρτητες αρχές και μη κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά και τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα (πρβλ. ΣτΕ 2348/2017 Ολ., σκ. 57 και τις αποφάσεις του ΔΕΕ, της 21.12.2011, …. και λοιποί, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C411/10 και C493/10, σκ. 90-92 και της 05.04.2016, ….. και ……………., στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15, σκ. 89), οι οποίες κρίνονται ως αξιόπιστες πηγές, αφορούν το επίμαχο χρονικό διάστημα της άφιξης και παραμονής του συγγενούς των θανόντων στο Κ.Υ.Τ. της Λέσβου και εμπεριέχουν συγκλίνουσες πληροφορίες, που συγκροτούν δέσμες αντικειμενικών και συγκλινουσών ενδείξεων περί των συνθηκών υποδοχής και διαβίωσης των διαμενόντων στον εν λόγω καταυλισμό (πρβλ. αντί πολλών ΣτΕ 2342/2018 7μ., σκ. 14, και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, …… και λοιποί κατά …….., σκ. 83 και της 15.12.2016, …………….. και λοιποί κατά …………., 16483/12, σκ. 168). Ειδικότερα, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι σε συνέχεια της δήλωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου του 2016 αδρανοποιήθηκε η δυνατότητα μεταφοράς των νεοαφικνούμενων μεταναστών στην ελληνική ενδοχώρα, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθεί στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, μεταξύ των οποίων και η Λέσβος, ένας αριθμός μεταναστών, ο οποίος υπερέβαινε κατά πολύ την αρχικώς προβλεφθείσα χωρητικότητα των οικείων κέντρων φιλοξενίας, και ταυτόχρονα να εκτοξευθεί ο αριθμός των επιθυμούντων να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, κατά τον χρόνο μεταφοράς του συγγενούς των εναγόντων στο ως άνω Κ.Υ.Τ., οι εγκαταστάσεις του τελευταίου είχαν ήδη υπερπληρωθεί, σε βαθμό που ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών διέμεναν σε σκηνές που τους είχαν χορηγηθεί προς τούτο, στους παρακείμενους αγρούς-ελαιοκτήματα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εν γένει κατάσταση του συγγενούς των εναγόντων ως νέου, υγιούς και μη ανήκοντος σε κάποια ευάλωτη ομάδα προσώπου (βλ. την από 14.11.2016 κάρτα υγείας αλλοδαπού του θανόντος), επιρρωνύει τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι αυτός εγκαταστάθηκε σε σκηνή εκτός των ορίων του Κ.Υ.Τ.. Ως εκ τούτου, από την ολοκλήρωση των διαδικασιών ταυτοποίησης και υποδοχής του στις 14.11.2016 μέχρι και το θάνατό του στις 24.01.2017, ο συγγενής των εναγόντων διέμενε σε μια σκηνή καλοκαιρινού τύπου, που του είχε χορηγηθεί προς τούτο, εκτός των κυρίως εγκαταστάσεων του Κ.Υ.Τ.. Κατά τα δεδομένα δε της κοινής πείρας και λογικής, μια σκηνή καλοκαιρινού τύπου παρίσταται ιδιαιτέρως ευάλωτη στα χειμερινά καιρικά φαινόμενα, κυρίως σε χιονοπτώσεις, ψύχο και παγετό, με αποτέλεσμα ο συγγενής των εναγόντων, ο οποίος διέμενε σε αυτήν από το μήνα Νοέμβριο έως το μήνα Ιανουάριο, να είναι εκτεθειμένος σε αντίξοες συνθήκες διαβίωσης. Οι συνθήκες αυτές, αν και υπολείπονταν των απαιτήσεων του άρθρου 12 του π.δ/τος 220/2007 και των άρθρων 17-18 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, δύνανται, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν, ενόψει ιδίως της κατά τα ανωτέρω κρισιμότητας των περιστάσεων αλλά και της φυσιογνωμίας του θανόντος ως μη ανήκοντος σε ευάλωτη ομάδα, ως διαφοροποιημένες συνθήκες φιλοξενίας, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 9 της ως άνω Οδηγίας και 13 παρ. 10 του ως άνω π.δ/τος (πρβλ. τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ….. και λοιποί κατά ………. σκ. 84-89 και 95-98 και της 28.02.2019, ………… και λοιποί κατά ……, 19951/16, σκ. 171-175). Τούτο, όμως, εφόσον διατηρούνταν για εύλογο χρονικό διάστημα και ενόσω δεν άγγιζαν το κατώφλι της έσχατης υλικής στέρησης, η διέλευση του οποίου εγείρει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 του ΧΘΔΕΕ και του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, η εξακολούθηση της διαμονής του συγγενούς των εναγόντων, εκτός των ορίων του Κ.Υ.Τ., στο πρόχειρο κατάλυμα της σκηνής καλοκαιρινού τύπου που του είχε δοθεί, παρά την παρέλευση δύο και πλέον μηνών και την έλευση του χειμώνα και κυρίως παρά την εκδήλωση έντονων καιρικών φαινομένων δριμύτατου ψύχους και χιονιού, με μόνο μέσο προστασίας τα ρούχα του και μια κουβέρτα, ισοδυναμεί με περιέλευση αυτού σε συνθήκες έσχατης υλικής στέρησης, καταλίπουσες παντελώς ακάλυπτη τη στοιχειώδη ανθρώπινη ανάγκη του για αξιοπρεπή στέγαση υπό βιώσιμες συνθήκες θερμοκρασίας. Τα αρμόδια δε όργανα του εναγομένου παρέλειψαν να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα προκειμένου να προλάβουν και αποτρέψουν την κατάσταση αυτή, όπως για παράδειγμα να προβούν στην, προσωρινή έστω, μεταφορά των έκθετων στο δριμύ ψύχος μεταναστών σε θερμαινόμενους χώρους ή τουλάχιστον να τους εφοδιάσουν με επαρκή θερμαντικά μέσα (βλ. ως προς τα νομοθετικά ερείσματα για την εξασφάλιση επιπλέον χώρων διαμονής, ιδίως, τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4375/2016, πρβλ. ως προς τη διέλευση του κατωφλιού απάνθρωπης μεταχείρισης πέραν της αποφάσεις του ΕΔΔΑ ….. κατά ……. και ……………, σκ. 249-264, της 05.04.2011, …. κατά ………, 8687/08, σκ. 87-94, τις του ΕΔΔΑ, της 28.02.2019, ….. κατά ……………., 12267/16, σκ. 76-95 και της 02.07.2020, ….. και λοιποί κατά ., 28820/13, σκ. 165-188). Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι προς αντιμετώπιση του δριμύτατου ψύχους οι διαβιούντες στον καταυλισμό υιοθέτησαν την πρακτική του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών, παρότι αυτή ενείχε, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, πολλαπλούς κινδύνους για την ασφάλειά τους (πρβλ. το άρθρο 18 περ. 8 της υ.α. υπ’ αριθμ. 11.1/6343/2014, Β΄ 3295 περί απαγόρευσης της ελεύθερης χρήσης φωτιάς στις δομές φιλοξενίας). Ως εκ τούτου, εναπόκειτο στα όργανα του εναγομένου, και συγκεκριμένα στις αρμόδιες αρχές του Κ.Υ.Τ. της Λέσβου, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να εξαλείψουν την πρακτική αυτή, όπως η κατηγορηματική απαγόρευσή της, η ενημέρωση των μεταναστών για τους κινδύνους που εγκυμονεί και η αποστέρηση αυτών από τα αντίστοιχα πυροδοτικά μέσα. Ωστόσο, παρότι δεν προκύπτει ότι τα όργανα του εναγομένου ενθάρρυναν τους μετανάστες στη χρήση των αυτοσχέδιων αυτών πυρών, ενόψει του, καταμαρτυρούμενου από διάφορους φορείς γενικευμένου χαρακτήρα που είχε λάβει η συγκεκριμένη πρακτική και του ανεπίκαιρου των στοιχείων που προσκόμισε το εναγόμενο προς απόδειξη της από μέρους των οργάνων του λήψης των κατάλληλων αποτρεπτικών μέτρων, τα οποία είναι, κατά τους βάσιμους ισχυρισμούς των εναγόντων, μεταγενέστερα του ένδικου συμβάντος, διαπιστώνεται ότι τα όργανα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου παρέβησαν πράγματι την υποχρέωσή τους να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα αποτροπής της επίμαχης πρακτικής. Οι συγκεκριμένες ως άνω παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου, ήτοι η παράλειψη προφύλαξης του επιθυμούντος να αιτηθεί διεθνή προστασία και εξαρτώμενου πλήρως από τη δημόσια αρωγή συγγενούς των εναγόντων από την κατάσταση έσχατη υλικής στέρησης, στην οποία περιήλθε, και η παράλειψη συστηματικής αποτροπής της πρακτικής του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών από τους διαβιούντες στον καταυλισμό μετανάστες, μεταξύ των οποίων και ο θανών, ήταν επαρκώς ικανές, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και λογικής, να επιφέρουν και, πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, επέφεραν το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, εντός της σκηνής του, λόγω εισπνοής μονοξειδίου του άνθρακα, από αυτοσχέδια πυρά, κατά το παγερό βράδυ της 23ης προς 24ης Ιανουαρίου του έτους 2017. Και ναι μεν από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο συγγενής των εναγόντων συμμετείχε, χωρίς την προσήκουσα προσοχή στους κινδύνους που αυτή εγκυμονούσε, στην πρακτική του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών που συντέλεσε στον θάνατό του, ωστόσο, η συμπεριφορά του αυτή δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ως άνω παραλείψεων των οργάνων του εναγομένου και του θανάτου του, διότι δεν ήταν άσχετη, αλλά παρεμβλήθηκε ακριβώς εξαιτίας της ύπαρξης ως άνω παραλείψεων, που άφηναν ακάλυπτη την επιτακτική ανθρώπινη ανάγκη του για στέγαση υπό βιώσιμες συνθήκες θερμοκρασίας (πρβλ. ΣτΕ 484/2018, σκ. 9). Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ανωτέρας βίας. Τούτο διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο θανάτου του συγγενούς των εναγόντων, η σημαντική επιβάρυνση του επίδικου Κ.Υ.Τ. συνεπεία της δήλωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου του έτους 2016 δεν ήταν πλέον αιφνίδιο, αλλά ήδη επελθόν προ μηνών γεγονός, ενώ τα καιρικά φαινόμενα του έντονου ψύχους και του χιονιού, ήταν αναμενόμενα, έστω και αν όχι με τέτοια σφοδρότητα, για το μήνα Ιανουάριο στο νησί της Λέσβου, δεν ήταν δε αυτή καθ’ αυτή η έντασή των φαινομένων που προκάλεσε τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, αλλά οι ως άνω παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών τους (πρβλ. ΣτΕ 287/2020, σκ. 13, 1159/2018 ,σκ. 9, 4737/2014, σκ. 10, 1218/2013, σκ. 5). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι εν προκειμένω στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, απορριπτομένων ως αβάσιμων, όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου.

17. Επειδή, περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις συνθήκες, υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του ……………………., οι οποίες κατά τα ανωτέρω ισοδυναμούσαν με συνθήκες έσχατης υλικής στέρησης ατόμου που εξαρτιόταν ολοκληρωτικά από τη δημόσια αρωγή, β) την ηλικία του θανόντος (20 ετών), γ) την ηλικία των εναγόντων κατά το χρόνο θανάτου του συγγενούς τους (54 ετών ο πρώτος, 49 ετών η δεύτερη και 17 ετών η τρίτη), δ) το βαθμό συγγενείας καθενός εκ των εναγόντων με τον θανόντα (πατέρας, μητέρα και αδερφή, αντίστοιχα), ε) τους οικογενειακούς δεσμούς αγάπης που συνέδεαν τους ενάγοντες με το θανόντα, στ) το βαθμό του πταίσματος των οργάνων του εναγομένου, συνεκτιμωμένων ιδίως των σύμφυτων με τη διαχείριση μιας τεραστίου μεγέθους μεταναστευτικής-προσφυγικής κρίσης δυσκολιών, ζ) το βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, ως προς τον οποίο συνεκτιμάται ότι εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο, συμμετέχοντας χωρίς τη δέουσα προσοχή στην πρακτική της θέρμανσης της σκηνής του μέσω αυτοσχέδιων πυρών, που έκαιγαν και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ ο ίδιος κοιμόταν και στ) το γεγονός ότι η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη αποσκοπεί στην ηθική παρηγορία και την ψυχική ανακούφιση των συγγενών και δεν πρέπει να οδηγεί σε υπέρμετρο πλουτισμό αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θάνατο του συγγενούς τους, συνιστάμενη σε έντονο ψυχικό πόνο και θλίψη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, στον πρώτο ενάγοντα (πατέρα του θανόντος) το ποσό των 35.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα (μητέρα του θανόντος) το ποσό των 35.000 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα (αδερφή του θανόντος) το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά μερική αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής. […]

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.