τελευταια νεα
Author

Stathis Poularakis

Browsing


Δημοσιεύθηκε χθες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 74/20.03.2013) ο Ν. 4139/2013 [PDF] «Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις», με τον οποίο αναθεωρείται ο κώδικας περί ναρκωτικών (Μέρος Α’) και παράλληλα, τροποποιούνται διατάξεις του Αστικού Κώδικα, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίσης, ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών καθώς και θέματα που αφορούν Δικαστικούς Λειτουργούς, Συμβολαιογράφους, υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης και δικαστικούς υπαλλήλους (Μέρος Β’).
Ιδιαίτερα σημαντική παρίσταται η τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.3 περ. δ’ εδ. β’ του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αντικαθίσταται ως εξής: «Η τέλεση της πράξης από μίσος προκαλούμενο λόγω της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του παθόντος συνιστά επιβαρυντική περίσταση και η ποινή δεν αναστέλλεται».
Τέλος, στο άρθρο 94 του νέου νόμου περιλαμβάνει τροποποιήσεις στον Ν 3386/2005, αναφορικά με τη χορήγηση αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς ή άλλους εξαιρετικούς λόγους.
Η ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ (ΕΔΑΜ) και η ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ διοργανώνουν εκδήλωση με θέμα:
«ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ»
την Πέμπτη 4 Απριλίου 2013, ώρα 18:00 στη Νομική Βιβλιοθήκη, Μαυρομιχάλη 23, Αθήνα, Αίθουσα «Ευρώπη».

Συντονιστής:
Ιωάννης Β.Γράβαρης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας

Εισηγητές:
Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου
«Ιθαγένεια τέκνων αλλοδαπών και πολιτική συμμετοχή αλλοδαπών στην τοπική αυτοδιοίκηση, Παρατηρήσεις στην ΟλΣτΕ 460/2013»
Θεοδώρα Αντωνίου, Αναπλ. Καθηγήτρια Νομικού τμήματος Πανεπιστήμιου Αθηνών, Δικηγόρος
«Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικαστής ή νομοθέτης; ή άλλως, Τα όρια του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων – Η υπόθεση της ιθαγένειας»
Ελίνα Ν. Μουσταΐρα, Αναπλ. Καθηγήτρια Συγκριτικού Δίκαιου τμήματος Νομικής Πανεπιστήμιου Αθηνών
«Κτήση ιθαγένειας κράτους από τέκνα αλλοδαπών-συγκριτική επισκόπηση δικαίων Ευρωπαϊκών κρατών»
Μαρία Βουτσινού, Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας στην Ανεξάρτητη Αρχή «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ»
«Η εφαρμογή του άρθρου 1Α του Ν3838/2010 πριν και μετά την έκδοση της απόφασης ΣΤΕ460/2013 Ερμηνευτικά ζητήματα της διαδικασίας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας και προστασία δικαιωμάτων»
Χρήστος Ηλιάδης, Δρ., Πολιτικός Επιστήμονας, Μέλος Συμβουλίου Ένταξης Μεταναστών Δήμου Αθηναίων, Μέλος Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
«Η Ιθαγένεια μεταξύ νομικού κανόνα και πολιτικού λόγου»
Είσοδος ελεύθερη
Χορηγία Νομική Βιβλιοθήκη
Για περισσότερες πληροφορίες: Κα Ελένη Στεφανίδη, τηλ 210 3678858




Κατατέθηκε στη Βουλή η πρόταση νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας».
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η πρόταση νόμου [PDF] αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και συνεκτικού νομικού πλαισίου για την αντιμετώπιση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας, η σοβαρότητα των οποίων καθιστά αναγκαία την ποινική καταστολή τους. Στόχος είναι να προστατευθούν το πολίτευμα και οι θεσμοί από τους σχετικούς κινδύνους, καθώς και οι πολίτες από τα φαινόμενα της διάχυτης ρατσιστικής βίας και της εγκληματικότητας.
Να αναφερθεί ότι η πρόταση επαναφέρει τις ρυθμίσεις του αντίστοιχου σχεδίου νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο είχε επεξεργαστεί αρχικά Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή και στη συνέχεια, είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση. Το σχέδιο νόμου είχε κατατεθεί στην προηγούμενη Βουλή, είχε εγκριθεί από την αρμόδια Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης τον Δεκέμβριο του 2011, χωρίς ωστόσο να εισαχθεί στην Ολομέλεια προς ψήφιση.
Τέλος, σημειώνεται ότι με τις διατάξεις της πρότασης νόμου επιδιώκεται η εναρμόνιση της εσωτερικής νομοθεσίας με τη νομοθεσία της ΕΕ, η οποία έχει ως αντικείμενο την καταπολέμηση ορισμένων μορφών ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Η ενσωμάτωση μάλιστα της απόφασης του Συμβουλίου της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιο έπρεπε να είχε ήδη λάβει χώρα από τον Νοέμβριο του 2010.

Μετά από επίσκεψη εκπροσώπων της Διεθνούς Αμνηστίας στη χώρα μας τον περασμένο μήνα, διαπιστώθηκε η αποτυχία λειτουργίας του ισχύοντος συστήματος. Ειδικότερα, παρατηρήθηκαν εξαιρετικά αργοί ρυθμοί στην πρόοδο των μεταρρυθμίσεων, συστηματική κράτηση των αιτούντων άσυλο, άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης μεταναστών καθώς και περιστατικά ρατσιστικών επιθέσεων.

  
Η Διεθνής Αμνηστία απευθύνει έκκληση προς τους αρμόδιους φορείς να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες ενώ καλεί τις ελληνικές αρχές να απελευθερώσουν τους αιτούντες άσυλο, εκτός εάν, έπειτα από λεπτομερή και εξατομικευμένη εκτίμηση, η κράτηση τους κρίνεται αναγκαία υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επίσης, η οργάνωση καλεί τους αρμόδιους φορείς να βελτιώσουν τις συνθήκες κράτησης στις διάφορες εγκαταστάσεις μεταναστών και τέλος, κρίνεται επιτακτική ανάγκη να διεξαχθεί άμεση, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση όλων των καταγγελιών για κακομεταχείριση προσφύγων, αιτούντων άσυλο και παράνομων μεταναστών από τα όργανα επιβολής του νόμου.

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Απόφαση της 17.1.2012, Takush κατά Ελλάδας (2853/09), Πρώτο Τμήμα
Aναιτιολόγητη και αυθαίρετη διοικητική απέλαση νομίμως διαμένοντος στην Ελλάδα αλλοδαπού. Παραβίαση άρθρου 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ.

Στις 10.9.2008 ο προσφεύγων, αλβανικής υπηκοότητας, ο οποίος διέμενε νομίμως στη Θεσσαλονίκη από το 2000 με τη σύζυγό του και έναν από τους ανήλικους γιούς του, συνελήφθη επ’ αυτοφώρω και παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Την ίδια ημέρα διατάχθηκε η κράτησή του, διότι κρίθηκε επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και ύποπτος φυγής, ενώ στις 15.9.2008 εκδόθηκε απόφαση διοικητικής απέλασης, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 περ. β΄ και γ΄ του ν. 3386/2005, με αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα, σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής εντός της προβλεπόμενης πενθήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής στον προσφεύγοντα. Μετά την ποινική αθώωσή του για το ανωτέρω αδίκημα, η διοικητική προσφυγή που άσκησε ο προσφεύγων κατά της απόφασης απέλασης απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, η σχετική δε από 25.9.2008 απορριπτική απόφαση, στην οποία μνημονευόταν το δικαίωμα του προσφεύγοντος ν’ ασκήσει κατ’ αυτής εντός 60 ημερών αίτηση ακύρωσης και αναστολής, κοινοποιήθηκε μόνον στο δικηγόρο του προσφεύγοντος στις 30.9.2008, ήτοι μετά την απέλαση του προσφεύγοντος, η οποία έλαβε χώρα στις 27.9.2008. Οι συναφώς ασκηθείσες από το δικηγόρο του αιτήσεις αναστολής και ακυρώσεως έγιναν, τελικώς, δεκτές στις 17.2.2009 και 7.10.2010, αντιστοίχως, από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε ότι υπήρξε παράβαση των άρθρων 8 της ΕΣΔΑ και 1 του 7ου Πρωτοκόλλου. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι οι νομίμως διαμένοντες σε έδαφος συμβαλλόμενου κράτους αλλοδαποί απολαμβάνουν, σε περίπτωση απέλασής τους, πλην της προστασίας που απορρέει από τα άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 13 αυτής, και των εγγυήσεων του άρθρου 1 του 7ου Πρωτοκόλλου, με το οποίο θεσπίζεται ο απαρέγκλιτος κανόνας ότι οι αλλοδαποί αυτοί δεν απελαύνονται «παρά μόνο μετά από απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με το νόμο». Σύμφωνα με την συνοδεύουσα το 7ο Πρωτόκολλο αιτιολογική έκθεση, η απόφαση απέλασης πρέπει να εκδίδεται από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις εθνικές ουσιαστικές διατάξεις και κατά την προβλεπόμενη διαδικασία. Το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της παράβασης ή μη του άρθρου αυτού, διαπίστωσε ότι παρά το γεγονός ότι η ελληνική έννομη τάξη προβλέπει πολλές δυνατότητες άμυνας έναντι του διοικητικού μέτρου της απέλασης (διοικητική προσφυγή, αίτηση ακυρώσεως, αίτηση αναστολής, αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής), εν προκειμένω η διοικητική απέλαση του προσφεύγοντος προχώρησε άμεσα και κατά τρόπο αυθαίρετο, χωρίς προηγουμένως να κοινοποιηθεί στον ίδιο η από 25.9.2008 πράξη, κατά της οποίας μπορούσε να ασκήσει αίτηση αναστολής και, ως εκ τούτου, χωρίς να δοθεί σ’ αυτόν η δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής κατ’ αυτής. Περαιτέρω, η επίμαχη πράξη απέλασης, ανεξαρτήτως της μνείας που περιείχε ότι ο προσφεύγων ήταν επικίνδυνος φυγής, δεν αιτιολογούσε, ωστόσο, γιατί αυτός κρίθηκε «επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας», ώστε να θεωρηθεί η απέλασή του δικαιολογημένη βάσει των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 1 του 7ου Πρωτοκόλλου. Συνεπώς, υπήρξε παράβαση του άρθρου 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

(επιμέλεια-επεξεργασία Στάθης Πουλαράκης) 
το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στη Επιθεώρηση Μεταναστευτικού Δικαίου (ΕΜΕΔ) 3/2012 τεύχος, σελ. 262

Με την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θεσπίσθηκαν οι ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. Στο άρθρο 18 της Οδηγίας αυτής ορίζεται ότι «1. Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο για το λόγο και μόνο ότι ζητεί άσυλο. 2. Οταν υποβάλλουν έναν αιτούντα σε κράτηση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ταχείας δικαστικής επανεξέτασης»[1]. Η Οδηγία 2005/85/ΕΚ, η οποία αποτελεί ένα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 63 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μέτρα για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο, μεταφέρθηκε αρχικά στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 90/2008[2], όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 81/2009[3].
Στο άρθρο 13 του παραπάνω ΠΔ 90/2008, με τον τίτλο «Κράτηση των αιτούντων», ορίζονταν τα εξής: «1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, που αιτείται τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα, δεν κρατείται για μόνο το λόγο ότι εισήλθε και παραμένει παράνομα στη χώρα. Το πρόσωπο που υποβάλλει αίτημα για τη χορήγηση ασύλου, κατά το χρόνο που κρατείται και εκκρεμεί σε βάρος του διαδικασία απέλασης, παραμένει υπό κράτηση και η αίτησή του εξετάζεται με απόλυτη προτεραιότητα. Μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας ασύλου δεν απελαύνεται. 2. Ο οικείος Αστυνομικός Διευθυντής, και προκειμένου περί Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης ο αρμόδιος για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικός Διευθυντής ή ανώτερος αξιωματικός, που ορίζεται από τον οικείο Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή, μπορεί με απόφασή του και σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, να περιορίζει τους αιτούντες άσυλο σε κατάλληλο χώρο όταν, και για όσο χρόνο, τούτο απαιτείται για τον προσδιορισμό των συνθηκών εισόδου, της ταυτότητας και προέλευσης των μαζικά λάθρα εισερχόμενων αιτούντων ή όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης ή όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την ταχεία και αποτελεσματική διεκπεραίωση της ως άνω διαδικασίας. Το χρονικό διάστημα του περιορισμού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημέρες. 3. Οι αιτούντες άσυλο που κρατούνται ή περιορίζονται σε κατάλληλο χώρο σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους έχουν τα δικαιώματα προσφυγής και υποβολής αντιρρήσεων που προβλέπονται στην παρ.3 του άρθρου 76 του Ν 3386/2005. 4. …».
Μετά την κατάργηση του ΠΔ 90/2008 με το άρθρο 33 του ΠΔ 114/2010[4], η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 13 του καταργηθέντος ΠΔ  αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του τελευταίου αυτού ΠΔ, στο οποίο ορίζεται ότι ο οικείος Αστυνομικός Διευθυντής, και προκειμένου περί Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης ο αρμόδιος για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικός Διευθυντής, μπορεί κατ’ εξαίρεση με απόφασή του, η οποία περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και εφόσον δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα, να περιορίζει τους αιτούντες σε κατάλληλο χώρο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας, των συνθηκών εισόδου και της προέλευσής τους, ιδίως στις περιπτώσεις μαζικών αφίξεων παράνομα εισερχομένων αλλοδαπών ή όταν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης ή όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την ταχεία και αποτελεσματική εξέταση του αιτήματος. Ειδικότερα, στην παρ.4 του εν λόγω άρθρου 13 προβλέπεται ότι «Η κράτηση επιβάλλεται για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες. Εάν δε ο αιτών έχει προηγουμένως κρατηθεί εν όψει διοικητικής απέλασής του, ο συνολικός χρόνος κράτησης δεν δύναται να υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα (180) ημέρες».
Ηδη, με το άρθρο 1 του ως άνω δημοσιευόμενου ΠΔ 116/2012, προστίθενται εδάφια στη παρ. 4 του παραπάνω άρθρου 13 του ΠΔ 114/2010 και προβλέπεται δυνατότητα παράτασης της κράτησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που την επέβαλαν, κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης απόφασης των οργάνων της παρ. 3.
Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ), το χρονικό διάστημα του εγκλεισμού ενός ατόμου σε κέντρο προσωρινής κράτησης βάσει απόφασης που έχει ληφθεί σύμφωνα με τις εθνικές και τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν στους αιτούντες άσυλο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος κράτησης ενόψει απομάκρυνσης κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115, δεδομένου ότι η κράτηση ενόψει επιστροφής και η κράτηση που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο εντάσσονται σε διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις[5]. Ειδικότερα, το ΔΕΕ διαχωρίζει, καταρχήν, την κράτηση αφενός ως κράτηση εν όψει των διαδικασιών απομάκρυνσης του αλλοδαπού και αφετέρου ως κράτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης ασύλου, κατά την οποία, σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης, δεν χωρεί απομάκρυνση. Δέχεται δηλαδή ότι σε περίπτωση που υπάρξει απόφαση κράτησης του αιτούντος άσυλο για κάποιον από τους εξαιρετικούς λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 15 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ παρ. 6, έως τη λήψη απόφασης επί του αιτήματός του και το πρόσωπο αυτό ήδη κρατούνταν ενόψει της απέλασής του, το διάστημα από την κατάθεση της αίτησης ασύλου μέχρι την απόφαση επί αυτής δεν προσμετράται στο χρόνο κράτησης περί απομάκρυνσης[6].
Αντιθέτως, ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε ρητώς την προσμέτρηση του χρόνου κράτησης ενόψει απέλασης στον υπολογισμό του συνολικού χρόνου κράτησης που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 13 του ΠΔ 114/2010, όπως αυτό ισχύει, προβλέπεται ότι στην περίπτωση που ο αιτών άσυλο έχει προηγουμένως κρατηθεί εν όψει διοικητικής απέλασής του, ο συνολικός χρόνος κράτησης δεν δύναται να υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα (180) ημέρες. Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική αυτή κράτηση του αιτούντος ασύλου μπορεί πλέον να παραταθεί περαιτέρω, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που την επέβαλαν, κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης απόφασης των αρμοδίων οργάνων. Η παράταση δε αυτή της κράτησης δεν δύναται να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. 
Εκ της γραμματικής διατύπωσης της συγκεκριμένης διατάξεως («Η κράτηση δύναται να παρατείνεται περαιτέρω […] Η παράταση αυτή της κράτησης δεν δύναται να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες») προκύπτει ότι η κράτηση που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο, μπορεί πλέον να φτάσει τους 18 μήνες [180 ημέρες αρχικής κράτησης, άλλως 6 μήνες + 12 μήνες παράτασης]. Υφίσταται δηλαδή πλέον ταύτιση του ανωτάτου χρόνου κράτησης αλλοδαπών αιτούντων ασύλου τελούντων υπό επιστροφή και λοιπών αλλοδαπών που κρατούνται προς επιστροφή. Η υιοθέτηση της συγκεκριμένης ρύθμισης προφανώς αποσκοπεί στην αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας ασύλου εκ μέρος υποβληθέντων σε διαδικασίες επιστροφής αλλοδαπών, προς άρση της κράτησής τους, λόγω συμπλήρωσης του μέχρι πρότινος ισχύοντος ορίου κράτησης των 180 ημερών. Εκείνο, πάντως, που σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να λησμονείται είναι ότι εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομοθετική επιλογή του συνυπολογισμού του χρόνου κράτησης ενόψει απέλασης στον συνολικό χρόνο κράτησης που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο. Με άλλα λόγια, το ανώτατο όριο κράτησης ενός αλλοδαπού (αιτούντος ασύλου ή μη) στο πλαίσιο του ισχύοντος ελληνικού δικαίου παραμένει σε κάθε περίπτωση εκείνο των 18 μηνών[7].
Ευστάθιος Πουλαράκης
Δικηγόρος, ΜΔΕ Ποινικών Επιστημών ΔΠΘ,
Διευθυντής Εκδόσεως ΕΜΕΔ 



[1] Αναφορικά με το ζήτημα της κράτησης αιτούντων πολτικό άσυλο αλλοδαπών βλ. αντί άλλων Χρ. Δετσαρίδη, Η έννομη προστασία του αλλοδαπού από τη διοικητική απέλαση και το ένδικο βοήθημα των αντιρρήσεων κατά της κράτησης, 2011, σελ. 249 επ.
[2] ΦΕΚ Α΄ 138/11.7.2008.
[3] ΦΕΚ Α΄ 99/30.6.2009.
[4] ΦΕΚ Α΄ 195/22.11.2010.
[5] απόφ. της 30.11.2009, Υπόθ. C-357/2009 PPU, Said Shamilovich Kadzoev (Huchbarov), ΕΜΕΔ 2010, 169 επ. με παρατηρ. Ι.Αλαβάνου/Ν.Βαρυτιμίδου/Ελ.Καραγεωργίου. 
[6]Ι.Αλαβάνος/Ν.Βαρυτιμίδου/Ελ.Καραγεωργίου, Παρατηρήσεις στην ΔΕΕ απόφ. της 30.11.2009, Υπόθ. C-357/2009 PPU, Said Shamilovich Kadzoev (Huchbarov), ό.π.
[7] Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το ανώτατο αυτό όριο των 18 μηνών ισχύει και στην περίπτωση κράτησης αιτούντος ασύλου σε βάρος του οποίου δεν έχει εκδοθεί προηγουμένως απόφαση επιστροφής ή απέλασης. Στην περίπτωση δηλαδή τελεσίδικης απόρριψης του αιτήματος, κατα την εξέταση του οποίου ο ενδιαφερόμενος παρέμεινε υπό κράτηση, και εν συνεχεία υποβολής αυτού σε διαδικασία επιστροφής, το ανώτατο όριο κράτησης παραμένει αυτό των 18 μηνών, στο οποίο θα πρέπει να υπολογίζεται και ο χρόνος κράτησης ενόσω εκκρεμούσε το αίτημα ασύλου. Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή πχ. κράτησης αρχικώς 90 ημερών, ακολούθως παράταση αυτής για 12 μήνες και εν συνεχεία κράτηση 18 μηνων ενόψει επιστροφής, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Μία τέτοια ερμηνεία θα έθετε τους αιτούντες άσυλο, σε δυσμενέστερη θέση έναντι των λοιπών αλλοδαπών, που θα υπέβαλλαν προφανώς καταχρηστικά αιτήματα ασύλου ενόσω εκκρεμούσε απέλαση εις βάρος τους.

Ιθαγένεια τέκνων αλλοδαπών και δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Ν 3838/2010 για την απονομή της ιθαγένειας

1. Από τον συνδυασμό των άρθρων 1 παρ. 2 και 3, 4 παρ. 3, 16 παρ. 2 και 3, 25 παρ. 4 και 29 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγονται τα ακόλουθα: Ο λαός αποτελεί ένα από τα τρία συστατικά στοιχεία του Κράτους και το κυρίαρχο όργανο αυτού, ο καθορισμός δε των προσώπων που εντάσσονται σ’ αυτόν ανήκει ως κυριαρχική αρμοδιότητα στον εθνικό νομοθέτη.Τούτο σημαίνει: α) ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται, κατ’ αρχήν, από το διεθνές δίκαιο να ορίσει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας- πλην της περιπτώσεως της δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετη πράξη ή της περιπτώσεως προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων- και β) ότι δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα, που γεννά αξίωση αποκτήσεως της ιθαγενείας, αφού επί του θέματος αυτού αποφαίνεται κυριαρχικώς το οικείο Κράτος μέσω των αρμοδίων οργάνων του. Εξ άλλου, το ότι ο κατά το Σύνταγμα καθορισμός των προσόντων του έλληνα πολίτη ανατίθεται στο νόμο, δεν σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης είναι ανεξέλεγκτος εξ επόψεως εσωτερικών συνταγματικών ορίων για τον καθορισμό αυτό, ούτε ότι παύει να υπόκειται σε τυχόν προκύπτοντες από άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές περιορισμούς. Ιδιαίτερη σημασία για τους περιορισμούς αυτούς έχουν εκείνες οι διατάξεις του Συντάγματος που συνδέουν με την νομική έννοια του πολίτη πλείστες όσες συνέπειες (δικαίωμα εκλέγειν- εκλέγεσθαι, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, υποχρέωση στρατεύσεως, εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων και καθήκοντος εθνικής αλληλεγγύης κλπ). Τούτο σημαίνει περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης έχει μεν την δυνατότητα να εκτιμά εκάστοτε τις συγκεκριμένες συνθήκες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) και να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας κατά τρόπο χαλαρότερο ή αυστηρότερο, αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος με συγκεκριμένη ιστορία και ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι εγγυημένος τουλάχιστον από τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.3 του ισχύοντος Συντάγματος, τέλος δε και ότι το κράτος αυτό είναι εντεταγμένο σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις (Ευρωπαϊκή Ένωση), η οποία, μάλιστα, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή. Συνέπεια δε τούτων είναι ότι ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση). Εάν παρεγνωρίζετο η προϋπόθεση του ουσιαστικού δεσμού και ο νομοθέτης – εναλλασσόμενος κατά θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος – μπορούσε να τον αγνοήσει και να ελαχιστοποιήσει τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας, τότε πρακτικώς θα μπορούσε και να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως, με χαλαρή ή ανύπαρκτη ενσωμάτωση, με ό,τι τούτο θα συνεπήγετο για την συνταγματική τάξη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και την ομαλή, ειρηνική εξέλιξη της κοινωνικής ζωής, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη και του γεγονότος ότι το status της ιθαγένειας είναι αμετάκλητο, αφού η σχετική συνταγματική ρύθμιση (άρθρο 4 παρ.3) απαγορεύει την αφαίρεση της ιθαγένειας πλην δύο περιοριστικά καθοριζομένων περιπτώσεων (εκούσια απόκτηση άλλης ιθαγένειας, ανάληψη σε ξένη χώρα υπηρεσίας αντίθετης προς τα εθνικά συμφέροντα). Συνεπεία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς, δύναται μεν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (ius sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των νομοθετημάτων που ρύθμισαν την είσοδο, διαμονή και εργασία των αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών κατά το μετά το έτος 1990 χρονικό διάστημα προκύπτουν τα εξής: οι πάγιες διατάξεις που οργάνωσαν σύστημα νόμιμης μεταναστεύσεως στη χώρα παραβιάσθηκαν λόγω των εκτάκτων συνθηκών της μαζικής εισόδου αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών διαφόρου προελεύσεως. Συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν ότι στη χώρα παρέμεινε άγνωστος αριθμός αλλοδαπών, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις των παγίων διατάξεων και στους οποίους επανειλημμένως παρεσχέθη η δυνατότητα να νομιμοποιηθούν είτε με τη χορήγηση αδειών, χωρίς τις προϋποθέσεις των παγίων διατάξεων είτε με τις αυτοδίκαιες παρατάσεις αδειών διαμονής και εργασίας, χωρίς αντίστοιχες πιστοποιήσεις διοικητικής αρχής και χωρίς καν την συμμετοχή του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού (υποβολή αιτήσεως). Περαιτέρω δε, ότι ο ακριβής χρόνος διαμονής των ως άνω προσώπων και πολύ περισσότερο η νομιμότητα της διαμονής αυτής δεν είναι δυνατόν να πιστοποιηθούν από τη Διοίκηση, όπως αυτό, άλλωστε, προκύπτει τόσο από τα κείμενα των νόμων, όσο, κυρίως και από τις αιτιολογικές τους εκθέσεις. Οι διατάξεις του νόμου 3838/2010 τροποποίησαν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, το οποίο βασίζεται, κατά κύριο λόγο στο «δίκαιο της καταγωγής» (jus sanguinis)και προσέθεσαν περιπτώσεις αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, μεταξύ των άλλων και βάσει του «δικαίου του εδάφους» (jus soli). Οι περιπτώσεις αυτές είναι α) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από ανήλικα τέκνα αλλοδαπών υπηκόων που γεννιούνται στην Ελλάδα και των οποίων οι γονείς διαμένουν στην χώρα επί πέντε έτη. Η διαμονή απαιτείται να είναι μόνιμη και νόμιμη, η δε ιθαγένεια αποκτάται με δήλωση των γονέων β) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τέκνα αλλοδαπών που φοίτησαν επί έξι έτη σε ελληνικά σχολεία γ) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από ενήλικους αλλοδαπούς με δήλωσή τους μεταξύ 18ου και 21ου έτους, εφ’ όσον εφοίτησαν επί έξη έτη σε ελληνικό σχολείο. Εξ άλλου, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρέχεται αποκλειστική προθεσμία τριών ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου σε ενήλικους αλλοδαπούς που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, εφ’ όσον υποβάλουν δήλωση και αίτηση και σε τέκνα αλλοδαπών, εφ’ όσον ο ένας από τους δύο γονείς διαμένει νόμιμα και μόνιμα πέραν της πενταετίας στην χώρα κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3838/2010 και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1Α του νόμου αυτού. Οι σκέψεις του νομοθέτη που υπαγόρευσαν τις επίμαχες ρυθμίσεις δηλαδή, την επιλογή απονομής ιθαγένειας αντί άλλων μέτρων ενσωματώσεως, εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Οι ρυθμίσεις αυτές του ν. 3838/2010 δεν είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα, και τούτο, διότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τυπικό απλώς κριτήριο για την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας, το οποίο μάλιστα είναι και επισφαλές. Ειδικότερα στην πρώτη περίπτωση το κριτήριο της διαμονής των γονέων επί πενταετία δεν τεκμηριώνει την ουσιαστική ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία, αφού δεν συνδυάζεται και με άλλα στοιχεία που θα προσέδιδαν στην διαμονή ουσιαστικά χαρακτηριστικά εντάξεως. Είναι δε το κριτήριο αυτό και επισφαλές, διότι, όπως εκτίθεται στην έβδομη σκέψη, η νόμιμη διαμονή, όπως διαμορφώθηκε με τα νομοθετήματα της περιόδου 1991-2008, αναφέρεται όχι μόνον σε αλλοδαπούς που συγκεντρώνουν τα κριτήρια των παγίων διατάξεων, δηλαδή τους εισελθόντες νομίμως στη χώρα και εφοδιασμένους με άδεια διαμονής και άδεια εξαρτημένης ή ανεξαρτήτου εργασίας, αλλά, και σε όσους εισήλθαν παράνομα στην χώρα και διέμειναν παράνομα επί διάφορα χρονικά διαστήματα, άγνωστα στην Διοίκηση, αποκτήσαντες άδεια διαμονής και εργασίας εκ των υστέρων, βάσει των νομιμοποιήσεων που έλαβαν χώρα κατά διαστήματα και μέχρι την ισχύ του εξεταζόμενου νόμου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί επίσης κριτήριο μη δυνάμενο να τεκμηριώσει την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ουσιαστική ένταξη στην ελληνική κοινωνία του ανηλίκου τέκνου αλλοδαπών γονέων, αφού, μόνη η φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, και μάλιστα μόνον επί μία εξαετία, δεν εγγυάται την επιζητούμενη ένταξη, δεδομένου ότι ο νόμος δεν αξιώνει και μία ουσιαστική σχέση των γονέων με τη χώρα, οι οποίοι γονείς είναι αρμόδιοι να αποφασίσουν για την απόκτηση ή μη της ιθαγένειας από το ανήλικο τέκνο τους. Εξ άλλου, η χρονική διάρκεια της εκπαιδεύσεως υπολείπεται και της εννεαετούς φοιτήσεως που απαιτεί υποχρεωτικώς το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ.3) για τα παιδιά των Ελλήνων, τα οποία μάλιστα πλεονεκτούν ήδη λόγω της βαθμιαίας γνώσεως της γλώσσας και της εξοικειώσεως με το δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον από της γεννήσεώς τους και πολύ πριν αρχίσει η εκπαίδευσή τους. Εξομάλυνση των διαφορών αυτών και άρα εγγυημένο βαθμό εντάξεως θα πιστοποιούσε, κατ’ αρχήν, η επιτυχής φοίτηση των αλλοδαπών σε όλο το φάσμα της δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως με λήψη του αντιστοίχου τίτλου σπουδών. Τέλος, στην τρίτη περίπτωση ο νομοθέτης αρκείται επίσης στο ίδιο κριτήριο της εξαετούς φοιτήσεως, επιπλέον δε δεν απαιτεί την συνεχή παραμονή του αλλοδαπού υπηκόου στη χώρα από το χρονικό σημείο της αποφοιτήσεώς του μέχρι το χρονικό σημείο υποβολής της δηλώσεως περί αποκτήσεως της ιθαγενείας (μεταξύ 18ου και 21ου έτους), με συνέπεια να είναι δυνατή η υπαγωγή στην περίπτωση αυτή και αλλοδαπών ενηλίκων, που έχουν, εν τω μεταξύ, μετά το πέρας της φοιτήσεώς τους, απομακρυνθεί από τη χώρα, και μάλιστα χωρίς να υποχρεώνονται από το νόμο σε δήλωση αποβολής της μέχρι τότε ιθαγενείας τους. Τα ανωτέρω ισχύουν βεβαίως και για τα διαλαμβανόμενα στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του εξεταζόμενου νόμου. 
2. Από τις τα άρθρα 1 παρ. 2 και 3, 4 παρ. 4, 51 παρ. 3 και 52 του Συντάγματος, συνάγονται τα ακόλουθα: α) ο συνταγματικός νομοθέτης χρησιμοποιεί παγίως κατά τρόπο ενιαίο τον όρο «λαός» ως συστατικό στοιχείο του Κράτους και ως ανώτατο όργανο αυτού. Δεν υφίστανται κατά το Σύνταγμα διάφοροι «λαοί» με διαφορετική σύνθεση έκαστος. Υπάρχει ένας Λαός, ο οποίος συντίθεται από όλους τους έλληνες πολίτες και μόνον, δηλαδή όλους τους κεκτημένους την ελληνική ιθαγένεια και ο λαός αυτός είναι φορέας της κυριαρχίας, τουτέστιν ο νομιμοποιητικός παράγων ασκήσεως της δημοσίας εξουσίας είτε αυτή αναφέρεται ευθέως στο Κράτος είτε στους κατά τόπον οργανισμούς ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, δημιουργήματα του Κράτους, δηλαδή στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως οιασδήποτε βαθμίδας, β) τη θέση αυτή δεν ανατρέπει το γεγονός ότι ο Λαός, παρίσταται με μειωμένη σύνθεση κατά την εκπλήρωση του ρόλου του ως οργάνου του δημοκρατικού πολιτεύματος, ήτοι κατά την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, είτε προς ανάδειξη των εκπροσώπων του στην Βουλή είτε προς ανάδειξη των τοπικών αρχών των Ο.Τ.Α., για λόγους αντικειμενικούς αναφερόμενους στην σχετική με την ηλικία ωριμότητα ή στην ύπαρξη κωλυμάτων, λόγοι, οι οποίοι προβλέπονται στο ίδιο το Σύνταγμα, γ) ο συνταγματικός νομοθέτης ενέταξε τις περί της αποκεντρώσεως της Διοικήσεως του Κράτους και περί της τοπικής αυτοδιοικήσεως διατάξεις στο κεφάλαιο Πρώτο με τίτλο « Οργάνωση της Διοίκησης » του Τμήματος ΣΤ΄ με τίτλο «Διοίκηση» του συνταγματικού κειμένου, πράγμα που μαρτυρεί την συνειδητή θεώρηση της τοπικής αυτοδιοικήσεως ως μέρους της δημοσίας διοικήσεως, πολλώ μάλλον που ο ίδιος συνταγματικός νομοθέτης κατά την αναθεώρηση του 2001 προέβλεψε ότι στους Ο.Τ.Α. μπορούν να ανατίθενται με νόμο και αρμοδιότητες που συνιστούν αποστολή του Κράτους- πρόβλεψη που υλοποιήθηκε σε μεγάλη, μάλιστα, έκταση, με το άρθρο 94 του ν.3852/2010. Συνέπεια των παραδοχών αυτών είναι αφ’ ενός μεν ότι και το εκλογικό σώμα των Ο.Τ.Α. συντίθεται, κατ’ αρχήν, αποκλειστικώς από έλληνες πολίτες και ότι ο απλός νομοθέτης κωλύεται να διευρύνει αυτό προσθέτοντας και πρόσωπα που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, αφ’ ετέρου δε ότι στο καθεστώς αυτό ουδεμία μεταβολή επήλθε με την προσθήκη στο κείμενο της διατάξεως του άρθρου 102 παρ.2 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το έτος 2001 των λέξεων «όπως νόμος ορίζει». Με την προσθήκη αυτή διευκρινίζεται απλώς η δυνατότητα του απλού νομοθέτη, την οποία είχε ούτως ή άλλως και προ της αναθεωρήσεως, να προβαίνει σε ειδικότερες ρυθμίσεις αφορώσες περαιτέρω προσόντα του εκλογικού σώματος ή τη διαδικασία της εκλογής. Ουδόλως, όμως, δύναται να συναχθεί από την προσθήκη αυτή ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέφυγε να προβεί ο ίδιος σε ριζική μεταβολή του συστήματος με ρητή συνταγματική μεταρρύθμιση και δη είτε θεσπίζοντας ευθέως στο κείμενο του συντάγματος την νέα ρύθμιση είτε αναθέτοντας, κατά τρόπο σαφή, στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να θεσπίσει αυτός την αναγνώριση του σχετικού πολιτικού δικαιώματος σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών. Τελείως διάφορο είναι βεβαίως το ζήτημα της αναγνωρίσεως υπέρ των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως, καθ’ όσον πρόκειται περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 22 παρ.1 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που καθιερώθηκε το 1992 με την Συνθήκη του Maastricht και εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, εφ’ όσον πρόκειται για περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας χάριν της συμμετοχής της ελληνικής δημοκρατίας ως μέλους της Ενώσεως. Με τα δεδομένα αυτά οι διατάξεις του ν. 3838/2010 καθ’ όσον αναγνωρίζουν σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών, μη έχοντες καν την ιδιότητα του ομογενούς, δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως α΄ βαθμού, παραβιάζοντας έτσι την αρχή ότι τα πολιτικά αυτά δικαιώματα ανήκουν αποκλειστικά σε έλληνες πολίτες, δεν είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα.