τελευταια νεα
Author

Stathis Poularakis

Browsing

Μη νομίμως απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη η προσφυγή του αιτούντος αλλοδαπου, καθόσον αυτός εύλογα ανέμενε ότι θα εκπροσωπηθεί ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών από την ορισθείσα με τη σχετική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου προς παροχή νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης σ’ αυτόν δικηγόρο, για το λόγο δε αυτό δεν προέβη ο ίδιος σε αποστολή της ως άνω βεβαίωσης περί διαμονής του σε Δομή Φιλοξενίας ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών.  

10. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλοντας ότι η νομική του εκπροσώπηση από την δικηγόρο στην οποία ανατέθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου η δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπησή του ήταν πλημμελής, με αποτέλεσμα να στερηθεί την ουσιαστική δωρεάν συνδρομή, στέρηση η οποία οδήγησε στην απόρριψη της προσφυγής του, ως προδήλως αβάσιμης, κατά παράβαση του δικαιώματος άσκησης αποτελεσματικής προσφυγής (άρθρα 13 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ειδικότερα, ο αιτών υποστηρίζει ότι κατά την υποβολή του αιτήματός του για νομική συνδρομή στην Υπηρεσία Ασύλου, παρείχε εξουσιοδότηση, το περιεχόμενο της οποίας του υποδείχθηκε από την ίδια υπηρεσία, σε όποιον δικηγόρο από το Μητρώο δικηγόρων της εν λόγω υπηρεσίας αναλάμβανε την υπόθεσή του να παρίσταται και να τον εκπροσωπεί ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Προσφυγών και να προβαίνει εν γένει σε κάθε πρόσφορο μέτρο για την κατά το δυνατόν πλήρη και αποτελεσματική του εκπροσώπηση ενώπιον της Επιτροπής. Ισχυρίζεται δε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση των στοιχείων του δικηγόρου στον οποίο ανατέθηκε η υπόθεσή του και ότι ουδέποτε επικοινώνησε μ’ αυτόν. Κατά το χρόνο συζήτησης δε της προσφυγής του ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών δικαιολογημένα υπέθεσε, δεδομένης και της προηγηθείσας εξουσιοδότησης προς τον ορισθέντα από την Υπηρεσία Ασύλου δικηγόρο, ότι ο τελευταίος θα φροντίσει για τη νόμιμη παράστασή του κατά ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών. Εξάλλου, σύμφωνα με τον αιτούντα, δεν απαιτούνταν  η αυτοπρόσωπη παράστασή του ενώπιον της Επιτροπής, καθόσον διέμενε σε Δομή Φιλοξενίας, αλλά αρκούσε είτε η εκπροσώπησή του από τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο του Μητρώου δικηγόρων της Υπηρεσίας Ασύλου είτε η αποστολή στην Αρχή Προσφυγών από τον δικηγόρο αυτό της βεβαίωσης περί διαμονής του σε Δομή Φιλοξενίας. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του ο αιτών προσκομίζει την από 20-12-2021 βεβαίωση διαμονής του Διοικητή της Δομής …, με την οποία βεβαιώνεται ότι ο αιτών διέμενε στην Δομή αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-2019 έως 20-12-2021. Ο λόγος αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Τούτο διότι στον αιτούντα χορηγήθηκε δωρεάν νομική συνδρομή κατά τη δευτεροβάθμια διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του ενώπιον της Αρχής Προσφυγών, η οποία ιδρύθηκε προκειμένου να διασφαλισθεί το κατοχυρούμενο στο άρθρο 46 της ως άνω οδηγίας 2013/32/ΕΕ «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου», ήτοι δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., το πρώτο εδάφιο του οποίου στοιχεί προς το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 689/2021, 1238/2017 Ολομ). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 της ίδιας οδηγίας η νομική συνδρομή περιλαμβάνει τουλάχιστον, την κατάρτιση των αναγκαίων διαδικαστικών εγγράφων και την εκπροσώπηση του αιτούντος ενώπιον της Αρχής ΠροσφυγώνΕξάλλου στην εξουσιοδότηση που είχε χορηγήσει ο αιτών προς τον δικηγόρο του μητρώου της Υπηρεσίας Ασύλου που η εν λόγω υπηρεσία θα ανέθετε την υπόθεσή του, το κείμενο της οποίας υποδείχθηκε στον αιτούντα από την ίδια, περιλαμβάνεται και η παροχή εξουσιοδότησης προκειμένου να παραστεί ο εν λόγω δικηγόρος ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών και να τον εκπροσωπήσει ενώπιον αυτής, προβαίνοντας σε κάθε ενέργεια προς τούτο. Στην προκειμένη, μάλιστα, περίπτωση ο αιτών, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από τον ίδιο βεβαίωση, διέμενε σε Δομή Φιλοξενίας κατά το χρόνο συζήτησης της προσφυγής του και συνεπώς, κατά το άρθρο  78 παρ. 3 του ν. 4636/2019 δεν είχε υποχρέωση αυτοπρόσωπης παράστασης ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών. Ενόψει δε των ανωτέρω καθώς και του ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι κοινοποιήθηκε στον αιτούντα η απόφαση περί ανάθεσης της υπόθεσής του στη συγκεκριμένη δικηγόρο, ώστε να προκύπτει ότι πράγματι ο αιτών γνώριζε τα στοιχεία της και είχε δυνατότητα επικοινωνίας μαζί της, συνεκτιμώντας και το νεαρό της ηλικίας του πρέπει  να γίνει δεκτό ότι ο αιτών εύλογα ανέμενε ότι θα εκπροσωπηθεί ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών από την ορισθείσα με τη σχετική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου προς παροχή νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης σ’ αυτόν δικηγόρο, για το λόγο δε αυτό δεν προέβη ο ίδιος σε αποστολή της ως άνω βεβαίωσης περί διαμονής του σε Δομή Φιλοξενίας ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών. Συνεπώς, εν προκειμένω, η Επιτροπή Προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση μη νομίμως απέρριψε ως προδήλως αβάσιμη την προσφυγή του αιτούντος, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 97 του ν. 4636/2019,  καθώς η μη αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος ή η μη αποστολή της βεβαίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 78, δεν οφείλονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε δική του υπαιτιότητα, με σκοπό μάλιστα την καθυστέρηση της απομάκρυνσής του από τη χώρα, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση ακύρωσης. […]

Δέχεται την αίτηση ακυρώσεως.

Ακυρώνει την 117797/9-7-2021 απόφαση της 12ης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

Αναπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια Επιτροπή, ώστε να εξεταστεί στην ουσία το αίτημα παροχής διεθνούς προστασίας του αιτούντος.

Η παρακολούθηση στο εξωτερικό προγραμμάτων που εντάσσονται στην εκεί παρεχομένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν συνιστά «σοβαρό» κατ’ άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/2014 «λόγο» που συγχωρεί σε ανήλικο αλλοδαπό κάτοχο άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, να παραμείνει εκτός Ελλάδος επί δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα, χωρίς να θίγεται από την απουσία αυτήν η ισχύς της αδείας του.

8. Επειδή, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, η κατά την παράγραφο 6 του άρ. 21 ν. 4251/2014 έννοια των «σπουδών» στο εξωτερικό, οι οποίες συγχωρούν σε αλλοδαπό, κάτοχο αδείας διαμονής, να παραμείνει εκτός Ελλάδος επί δωδεκάμηνο το πολύ συναπτό χρονικό διάστημα, χωρίς να θίγεται από την απουσία αυτήν η ισχύς της αδείας του, προϋποθέτει εκπαίδευση επόμενη χρονικώς και ανώτερη της εκεί παρεχομένης δευτεροβάθμιας (ή ανάλογης προς την δευτεροβάθμια). Τούτο ισχύει και όταν πρόκειται για ανηλίκους, κατόχους αδείας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, των οποίων η κοινωνική ένταξη αποτελεί ομολογημένο σκοπό του νομοθέτη (άρθρα 128-131) και για τους οποίους, άλλωστε, ο νόμος ρητώς προνοεί να έχουν ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε όλες τις βαθμίδες εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα, προβλέποντας ανάλογο δικαίωμα και όταν αυτοί αποκτήσουν στην συνέχεια αυτοτελείς άδειες διαμονής. Γι’ αυτήν την κατηγορία ανηλίκων, μάλιστα, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό και την τελεολογία των πιο πάνω διατάξεων, η παρακολούθηση στο εξωτερικό προγραμμάτων που εντάσσονται στην εκεί παρεχομένη δευτεροβάθμια ή πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δεν μπορεί να συνιστά «σοβαρό» κατ’ άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/2014 «λόγο». […]

11. Επειδή, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επελήφθη σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως που άσκησε ο εφεσίβλητος. Με την εκκαλουμένη απόφασή του (74/2019) έκρινε εν πρώτοις ότι η απαρίθμηση των σοβαρών λόγων που δικαιολογούν την έως δωδεκάμηνο απουσία του αλλοδαπού από την Χώρα, είναι ενδεικτική κατά το γράμμα της διατάξεως του άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/14. Στην συνέχεια θεώρησε ως μη νόμιμη την έννοια που απέδωσε η Διοίκηση στον όρο «σπουδές» (ότι, δηλαδή, αυτές αφορούν «την παρακολούθηση προγράμματος … με σκοπό την απόκτηση πτυχίου και όχι τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση») και έκρινε περαιτέρω ότι ήταν δυνατόν ακόμα και παρακολούθηση μαθημάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως στο εξωτερικό από κάτοχο αδείας διαμονής αυτής της κατηγορίας να συνιστά «σοβαρό λόγο» κατά την έννοια της διατάξεως. Κατόπιν αυτών και κατ’ αποδοχήν του σχετικού λόγου ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη του Συντονιστή ως μη νομίμως αιτιολογημένη. […]

13. Επειδή, ο εκκαλών Υπουργός αμφισβητεί τις ερμηνευτικές αυτές κρίσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου και προβάλλει τον κατ’ άρ. 58 παρ. 1 εδ. β΄ επ. του κωδ. π. δ/τος 18/1989 ισχυρισμό ότι τίθεται με τον συναφή λόγο εφέσεως νομικό ζήτημα, το οποίο και προσδιορίζει, ήτοι αν κατά την έννοια του άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/14 η φοίτηση στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο εξωτερικό συνιστά “σοβαρό λόγο” που να συγχωρεί την εκτός Ελλάδος και για διάστημα πέραν των έξη μηνών απουσία αλλοδαπού, κατόχου αδείας διαμονής. Προβάλλει επίσης ότι επί του ζητήματος αυτού δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

14. Επειδή, ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι δι’ αυτού αναδεικνύεται το ζήτημα, αυτό ανάγεται πράγματι στην ερμηνεία του νόμου και δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επ’ αυτού. Ο σχετικός λόγος, εφέσεως, επομένως, προβάλλεται παραδεκτώς.

15. Επειδή, με βάση όσα έχουν εκτεθεί σε προηγουμένη σκέψη, στην έννοια των «σπουδών» στο εξωτερικό, η οποία ρητώς τυποποιείται από τον νόμο ως «σοβαρός λόγος», δικαιολογητικός της απουσίας αλλοδαπού, περιλαμβάνεται εκπαίδευση, επόμενη χρονικώς και ανώτερη της εκεί παρεχομένης δευτεροβάθμιας (ή ανάλογης προς την δευτεροβάθμια). Όπως, επίσης, έχει εκτεθεί ανωτέρω, η παρακολούθηση στο εξωτερικό προγραμμάτων που εντάσσονται στην εκεί παρεχομένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν μπορεί να συνιστά ούτε και «σοβαρό» κατ’ άρ. 21 παρ. 6 ν. 4251/2014 «λόγο» για ανηλίκους, κατόχους αδείας διαμονής για οικογενειακή επανένωση. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο λόγος εφέσεως, με τον οποίον ο Υπουργός παραπονείται ότι η κρίνοντας αντιθέτως η εκκαλουμένη, εσφαλμένα ερμήνευσε τον νόμο. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτός και να εξαφανισθεί η υπ’ αριθμόν 74/2019 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του δευτέρου λόγου εφέσεως.

Ο Μηχανισμός Καταγραφής αποσκοπεί στην παρακολούθηση, καταγραφή και ανάδειξη του φαινομένου των άτυπων αναγκαστικών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών από την Ελλάδα σε άλλες χώρες, μέσω προσωπικών συνεντεύξεων με τα φερόμενα θύματα και μέσω της υιοθέτησης μιας κοινής, διαφανούς και επιστημονικής μεθοδολογίας στις καταγραφές. 

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), που είναι ο Εθνικός Θεσμός για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην Ελλάδα και το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας σε θέματα προώθησης και προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, παρουσίασε σε Συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 24 Ιανουαρίου στις 11.30 π.μ. στα γραφεία της ΕΕΔΑ  τον Μηχανισμό Καταγραφής Περιστατικών Άτυπων Αναγκαστικών Επιστροφών. Στη Συνέντευξη παρουσιάστηκε ο τρόπος λειτουργίας και η μεθοδολογία του Μηχανισμού Καταγραφής, καθώς και στοιχεία από την πρώτη Ενδιάμεση Έκθεσή του.

Η δημιουργία του Μηχανισμού Καταγραφής αποτέλεσε απόφαση της Ολομέλειας της ΕΕΔΑ τον Σεπτέμβριο του 2021 με σκοπό την έμπρακτη ανταπόκριση του Εθνικού Θεσμού Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε δύο βασικές διαπιστώσεις: α) της απουσίας ενός επίσημου και αποτελεσματικού συστήματος καταγραφής των καταγγελλόμενων περιστατικών άτυπων αναγκαστικών επιστροφών, και β) της ανάγκης διασύνδεσης των φορέων, οι οποίοι καταγράφουν με δική τους πρωτοβουλία τα περιστατικά που φέρεται να συντελούνται σε βάρος προσώπων, τα οποία προσέρχονται στις υπηρεσίες τους.

Στον Μηχανισμό Καταγραφής συμμετέχουν οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών που δραστηριοποιούνται στο πεδίο και προσφέρουν δωρεάν νομικές, ιατρικές, ψυχοκοινωνικές ή άλλες υπηρεσίες σε πολίτες τρίτων χωρών. Στον Μηχανισμό Καταγραφής συμμετέχει ως συνεργαζόμενος φορέας, στo πλαίσιo της εντολής του, το Γραφείο Ελλάδος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (ΥΑ/ΟΗΕ), προσφέροντας στον Μηχανισμό Καταγραφής τεχνική υποστήριξη.

Ο Μηχανισμός Καταγραφής αποσκοπεί στην παρακολούθηση, καταγραφή και ανάδειξη του φαινομένου των άτυπων αναγκαστικών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών από την Ελλάδα σε άλλες χώρες, μέσω προσωπικών συνεντεύξεων με τα φερόμενα θύματα και μέσω της υιοθέτησης μιας κοινής, διαφανούς και επιστημονικής μεθοδολογίας στις καταγραφές. Επιδιώκει την προώθηση και εμπέδωση του σεβασμού της αρχής της μη-επαναπροώθησης και τη διασφάλιση των εγγυήσεων και των νόμιμων διαδικασιών. Στόχο του Μηχανισμού Καταγραφής αποτελεί η ενίσχυση της λογοδοσίας για τις δηλούμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρεται ότι συντελούνται κατά τη διάρκεια εξέλιξης περιστατικών άτυπων αναγκαστικών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών από την Ελλάδα σε άλλες χώρες.

Ο Μηχανισμός Καταγραφής έχει καταγράψει μέχρι σήμερα 50 περιστατικά άτυπων αναγκαστικών επιστροφών που, κατά τους ισχυρισμούς των φερόμενων θυμάτων, συνέβησαν από τον Απρίλιο του 2020 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2022. Τα 50 αυτά φερόμενα περιστατικά άτυπων αναγκαστικών επιστροφών υποστηρίζονται από 58 ατομικές μαρτυρίες που καταγράφηκαν μέσω προσωπικών συνεντεύξεων απευθείας με τα φερόμενα θύματα. Ο Μηχανισμός Καταγραφής θα παρουσιάσει αναλυτικά ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία των περιστατικών που κατέγραψε στην ετήσια πλήρη έκθεσή του που θα δημοσιευθεί αργότερα εντός του έτους.

Στο Βέλγιο σήμερα δύο ασυνόδευτα ανήλικα, ένα νεαρό αγόρι και μια έφηβη που ταξίδεψαν ολομόναχα από την Αφρική μέχρι το Βέλγιο, βάζουν την ανεκτίμητη φιλία τους πάνω από τις δύσκολες συνθήκες της εξορίας τους.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών 2022 στις 24 Μαΐου 2022, όπου διαγωνίστηκε για τον Χρυσό Φοίνικα και κέρδισε το ειδικό βραβείο 75ης επετείου του φεστιβάλ.

Το Τόρι και Λοκία προκειται να προβληθεί απο τις 9 Φεβρουαρίου στο Δαναό.

Οι ένδικες απορρίψεις των αιτημάτων ανανέωσης των αδειών διαμονής ως μελών οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας, ερείδονται αποκλειστικώς στη διαπίστωση της υπέβασης των ανωτάτων ορίων απουσίας τους απο τη χώρα, δίχως η Διοίκηση να συνεκτιμήσει τη σταθερότητα των οικογενειακών τους δεσμών στην Ελλάδα, ή να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση εάν η απουσία τους επέφερε διάρρηξη των δεσμών τους με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς τους, που διαμένουν νομίμως στην ελληνική επικράτεια.

8. Επειδή, […] η Διοίκηση, κατά την εξέταση αιτημάτων ανανέωσης ή επανέκδοσης αδειών διαμονής, που προβλέπονται στα άρθρα 69 επ. του ν.4251/2014 για οικογενειακή επανένωση, οφείλει, σε περίπτωση που διαπιστώνεται απουσία του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας από την Ελλάδα, καθ’ υπέρβαση των χρονικών ορίων, που προβλέπονται στην παρ.6 του άρθρου 21 του ν.4251/2014, να συνεκτιμά τον χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών αυτού, τη διάρκεια διαμονής του στην ελληνική επικράτεια, καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του, να εκφέρει δε κρίση, περί του εάν η απουσία του από την ελληνική επικράτεια, καθ’ υπέρβαση των τιθέμενων χρονικών ορίων, συνεπάγεται διάρρηξη των οικογενειακών δεσμών του με τα μέλη της οικογένειάς του, που διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση με τα υπ’αρ.πρωτ. …/21-11-2019 έγγραφά της ζήτησε από τους αιτούντες, όπως προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία διαμονής των τέκνων του στη Χώρα, αυτοί δε με τις συμπληρωματικές αιτήσεις τους προσκόμισαν τα ως άνω πιστοποιητικά. Οι ένδικες δε απορρίψεις των αιτημάτων ανανέωσης των αδειών διαμονής των …, ως μελών οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας, ερείδονται αποκλειστικώς στη διαπίστωση της Διοίκησης ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις λόγω ελλείψεων βάσει νόμου. Ωστόσο, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν αιτιολογούνται νομίμως, καθόσον η απουσία των ανωτέρω από την Ελλάδα, όπως αυτή προκύπτει από τα υπ’αρ.πρωτ. … /4-7-2019 έγγραφα παροχής πληροφοριών αφιξαναχωρήσεων, τα οποία νομίμως συμπληρώνουν την αιτιολογία τους, ναι μεν υπερέβαινε το χρονικό όριο των έξι μηνών ανά έτος, πλήν όμως, δεν δύναται από μόνη της να αποτελέσει λόγο μη ανανέωσης των αδειών διαμονής, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά. Και τούτο, διότι ούτε από τις ίδιες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ούτε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατά την απόρριψη του επίδικου αιτήματος, η Διοίκηση, όπως όφειλε να πράξει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 παρ.6 σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ.1 και 4 του ν.4251/2014, αφενός έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το χαρακτήρα και την σταθερότητα των οικογενειακών τους δεσμών, τη διαμονή στο ελληνικό έδαφος έτερων μελών της οικογένειας, την ύπαρξη ή μη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής τους, αφετέρου εξέφερε εξατομικευμένη κρίση [βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, μεταξύ των οποίων ο χρόνος διαμονής των ιδίων και των υπολοίπων μελών της οικογένειάς τους στη Χώρα, η φοίτησή τους σε ελληνικά σχολεία, ο λόγος απουσίας τους], περί του εάν η, κατά τα ανωτέρω, απουσία τους από την Ελλάδα, επέφερε διάρρηξη των δεσμών τους με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς τους, που διαμένουν νομίμως στην ελληνική επικράτεια. Για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βάσιμα, πρέπει, κατά παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης.

Η κράτηση παιδιών ήταν παράνομη, καθώς δεν υπόκεινταν στην απόφαση απέλασης και όλες οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ανέφεραν μόνο ότι αυτά συνόδευαν τη μητέρα τους. Ως αποτέλεσμα, βρίσκονταν σε νομικό κενό για περισσότερο από ένα μήνα χωρίς κάποιο αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα στη διάθεσή τους και η κράτηση ή η αποφυλάκισή τους εξαρτιόταν πλήρως από τη νομική κατάσταση της μητέρας τους.

Στις 17 Ιανουαρίου 2023, το ΕΔΔΑ εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Minasian and Others κατά Μολδαβίας (αριθμ. προσφυγής 26879/17). Η υπόθεση αφορούσε μια μητέρα και τα τρία ανήλικα παιδιά της που διέμεναν νόμιμα στη Μολδαβία, έχοντας διαφύγει εκεί απο τη χώρα καταγωγής τους (Γεωργία). Η οικογένεια πέρασε παράτυπα τα σύνορα με τη Ρουμανία, αλλά τους επέστρεψαν αμέσως στη Μολδαβία. Στη συνέχεια, το Γραφείο Μετανάστευσης και Ασύλου της Μολδαβίας διέταξε την επιστροφή της μητέρας στην Ουκρανία, από οπου ειχαν εισέλθει στη Μολδαβία. Τα παιδιά της δεν αναφέρθηκαν σε αυτή την απόφαση. Όλοι τους κρατήθηκαν στη συνέχεια.

Όσον αφορά το άρθρο 5 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε την προσφυγή της μητέρας ως απαράδεκτη, καθώς δεν υπέβαλε δεόντως παράπονα κατά της στέρησης της ελευθείας της σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο.

Αντίθετα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η κράτηση παιδιών ήταν παράνομη, καθώς δεν υπόκεινταν στην απόφαση απέλασης και όλες οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ανέφεραν μόνο ότι αυτά συνόδευαν τη μητέρα τους. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έκαναν καμία ανάλυση για το κατά πόσον η κράτηση παιδιών ήταν μέτρο έσχατης ανάγκης, δεδομένου ότι δεν εξετάστηκε η κατάσταση των παιδιών. Επιπλέον, δεν υπήρξε απαραίτητη ανάλυση για το εάν η κράτηση ήταν κατάλληλη για παιδιά, ιδίως όσον αφορά τις επαφές με τους συνομηλίκους τους, τις ψυχαγωγικές και άλλες δραστηριότητες.

Το ΕΔΔΑ έκρινε περαιτέρω ότι η Μολδαβία παραβίασε το άρθρο 5 παράγραφος 4 της ΕΣΔΑ όσον αφορά τα παιδιά. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ενώ η μητέρα ήταν σε θέση να αμφισβητήσει την κράτησή της, τα παιδιά δεν μπορούσαν να το κάνουν λόγω έλλειψης νομικής βάσης. Ως αποτέλεσμα, βρίσκονταν σε νομικό κενό για περισσότερο από ένα μήνα χωρίς κάποιο αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα στη διάθεσή τους και η κράτηση ή η αποφυλάκισή τους εξαρτιόταν πλήρως από τη νομική κατάσταση της μητέρας τους.

Νεότερο νομοθετικό καθεστώς που προβλέπει επί σιωπηρής ανάκλησης την έκδοση απόφασης επί της ουσίας και όχι διακοπή εξέτασης του αιτήματος ασύλου και θέση στο αρχείο. Εκκρεμείς προσφυγές ενώπιον Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών. Κρίσιμο καθεστώς είναι το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης επί της προσφυγής. Αντίθετη μειοψηφία σύμφωνα με την οποία κρίσιμο εν προκειμένω καθεστώς είναι αυτό ισχύει κατά το χρόνο συζήτησης της προσφυγής.

5. Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η νομιμότητα της διοικητικής πράξης, εφόσον δεν ορίζεται ή δεν συνάγεται άλλο από το νόμο, κρίνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσής της. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, υπό την έννοια ότι κρίσιμο νομοθετικό καθεστώς είναι, κατ’ αρχήν, το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης επί ενδικοφανούς προσφυγής κατά απόφασης απορριπτικής αιτήματος διεθνούς προστασίας σε πρώτο βαθμό, όταν ακόμη θεσπίζεται μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας μεταξύ του χρόνου υποβολής της σχετικής αίτησης  και του χρόνου έκδοσης της απόφασης του πρώτου βαθμού επί της αιτήσεως αυτής, καθώς και μεταξύ του χρόνου άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας πρώτου βαθμού και του χρόνου έκδοσης της απόφασης επ’ αυτής (πρβλ. ΣτΕ 279, 280/2017, 941/2016, 3563/2008, 1/2006 7μ., 1981/2005 Ολομ., 2502/2004 7μ.). Ωστόσο, η Πρόεδρος του Τμήματος […], η οποία μειοψήφησε, διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Η ως άνω γενική αρχή του διοικητικού δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α΄ 51) που αποφαίνονται επί των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, όπου κρίσιμο είναι το νομοθετικό καθεστώς το οποίο ισχύει κατά το χρόνο συζήτησης της ενδικοφανούς προσφυγής από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, δεδομένου ότι διαφορετική ερμηνεία θα κατέληγε στην έκδοση ενδεχομένως αντιφατικών αποφάσεων επί ενδικοφανών προσφυγών, οι οποίες συζητήθηκαν την ίδια ημέρα, οι αποφάσεις όμως επ’ αυτών εκδόθηκαν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ίσχυε διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση η προαναφερόμενη γενική αρχή εφαρμόζεται εφόσον δεν ορίζεται ή δεν συνάγεται άλλο από τον νόμο, εν προκειμένω δε κάμψη της αρχής αυτής θεσπίστηκε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 117 του ν.4636/2019, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του ν.4686/2020, η οποία ρητά ορίζει ότι οι διατάξεις του ν.4636/2019 καταλαμβάνουν από την έναρξη ισχύος του όλες τις εκκρεμείς, ενώπιον της Αρχής Προσφυγών, προσφυγές που εξετάζονται από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, από 1ης.1.2020 ( Άρθρο 29 Τροποποίηση του άρθρου 117 του ν. 4636/2019 Στο άρθρο 117 του ν. 4636/2019 (Α΄ 169) προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής: «6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος νόμου καταλαμβάνουν από την έναρξη ισχύος του: α) όλες τις εκκρεμείς αιτήσεις διεθνούς προστασίας, β) όλες τις εκκρεμείς, ενώπιον της Αρχής Προσφυγών, προσφυγές που εξετάζονται από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, από 1ης.1.2020 και μετά. Κατ’ εξαίρεση: α) η παράγραφος 8 του άρθρου 70, καταλαμβάνει όλες τις εκκρεμείς προσφυγές επί των οποίων δεν έχει δημοσιευθεί απόφαση, β) η περίπτωση ε΄ του άρθρου 93 εφαρμόζεται σε όσες προσφυγές έχουν ασκηθεί από 1ης.1.2020 και μετά). Ερμηνευτικό εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής αντλείται εξάλλου από την προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 6 εδ.γ΄ του άρθρου 29 του ν.4686/2020, όπου ρητά ορίζεται ως κρίσιμο χρονικό σημείο για την έναρξη ισχύος της παρ.8 του άρθρου 70 ο χρόνος δημοσίευσης της απόφασης της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών. […]

8. Επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο,  με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη: α) ότι οι διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4636/2019, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 2 του ν. 4375/2016, τέθηκαν σε ισχύ από 1.1.2020, σύμφωνα με το άρθρο 125 του ν. 4636/2019, β) ότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (30.1.2020), εφαρμοστέο ήταν το καθεστώς του ν. 4636/2019, υπό την ισχύ του οποίου δεν προβλέπεται, πλέον, διαδικασία διακοπής εξέτασης αιτήματος για χορήγηση διεθνούς προστασίας, λόγω σιωπηρής ανάκλησης, αλλά ορίζεται, στο άρθρο 81 του ως άνω νόμου, ότι όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, οι αρμόδιες αρχές αποφαίνονται επί της ουσίας, κατόπιν επαρκούς εξέτασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, με βάση τα διαθέσιμα στην υπηρεσία στοιχεία, και γ) ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 30.1.2020, διακόπηκε η εξέταση του ένδικου αιτήματος χορήγησης διεθνούς προστασίας, λόγω σιωπηρής ανάκλησης της οικείας αίτησης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 47 παρ. 2 του ν. 4375/2016, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου και πρέπει, για το λόγο αυτό, να ακυρωθεί, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου, ενώ παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, η οποία, εφόσον κρίνει ότι υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, θα  εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις του ν. 4636/2019. Ωστόσο, η Πρόεδρος του Τμήματος, η οποία μειοψήφησε, διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο εξέτασης της ενδικοφανούς προσφυγής του αιτούντος (10.12.2019) εξακολουθούσε να ισχύει ο ν. 4375/2016 [δεδομένου ότι το άρθρο 47 αυτού καταργήθηκε από 1-1-2020, σύμφωνα με τα άρθρα 117 παρ. 6 – όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το 29 του ν.4686/2020 (Α΄ 96/12-5-2020), 119 και 125 του ν.4636/2019 (Α΄169) ], και, επομένως, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών ορθώς εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ.2, αφού έκρινε ότι υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, διέκοψε την εξέταση της αίτησης και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, δυνάμενου του αιτούντος, σε κάθε περίπτωση, να ζητήσει, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου 47, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης ή να υποβάλει νέα αίτηση. Εξάλλου, οι με αριθμούς 941/2016, 3563/2008, 1/2006 7μ., 1981/2005 Ολομ. και 2502/2004 7μ. αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, τις οποίες επικαλείται η άποψη που επικράτησε, έχουν ως αντικείμενο τον έλεγχο πράξεων ή παραλείψεων διοικητικών οργάνων και όχι δευτεροβάθμιων Επιτροπών μετά την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής (οι ΣτΕ  941/2016, 3563/2008 και 1981/2005 Ολομ. αφορούν πολεοδομικές υποθέσεις κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας σχετικά με την έκδοση οικοδομικών αδειών και την άρνηση ανακλήσεως συντελεσμένης απαλλοτριώσεως, η ΣτΕ 1/2006 αφορά απόρριψη από τον Υπουργό της Δικαιοσύνης αιτήματος περί χορηγήσεως σε δικαστικό λειτουργό ειδικής εννεάμηνης άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου και η ΣτΕ 2502/2004 έχει εκδοθεί επί αιτήσεως ακύρωσης κατά αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας). Περαιτέρω, οι 279 και 280/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορούν το δικαστικό έλεγχο αποφάσεων Δευτεροβάθμιων Επιτροπών του άρθρου 10 του ν. 2643/1998  «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 220), ήτοι αντικειμένου που δεν σχετίζεται με την υπό κρίση υπόθεση, που αφορά αίτηση ακύρωσης κατά απόφασης  Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4375/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 1 του ν. 4399/2016. Και τούτο, διότι οι ως άνω επιτροπές προσφυγών, οι οποίες είναι αρμόδιες για την εκδίκαση ενδικοφανών προσφυγών των αιτούντων διεθνή προστασία, ώστε να ελέγχονται κατά νόμον και κατ’ ουσίαν οι απορριπτικές σε πρώτο βαθμό αποφάσεις, χαρακτηρίζονται στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 86 του ν. 4399/2016, ως «οιονεί δικαιοδοτικά όργανα», έχει δε κριθεί ότι δεν αποτελούν μεν δικαστήρια, κατά την έννοια του Συντάγματος, συνιστούν όμως επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 89 παρ. 2 (ΣτΕ 1237, 1238/2017 Ολομ. και 2347, 2348/2017 Ολομ.). Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη παρίσταται νόμιμη και η ένδικη αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης. […]

Δέχεται την αίτηση.

Ακυρώνει την 25443/2019/30.1.2020 απόφασης της 9ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, κατά το σκεπτικό.

2. Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 3417/2005 (Α΄ 286) κυρώθηκε η Συνθήκη της 25ης Απριλίου 2005 για την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Εξ άλλου, με το π.δ. 106/2007 “Ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην ελληνική επικράτεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους” (Α΄ 135), με το οποίο μεταφέρονται στο εθνικό δίκαιο οι διατάξεις της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 158) καθορίζονται οι όροι που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα των πολιτών των κρατών μελών της ΕΕ. Στο ανωτέρω διάταγμα, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 139 παρ. 2 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80), ορίζεται ως “Πολίτης της Ένωσης” κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ένωσης (άρθρο 2), ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τη διαμονή και την μόνιμη διαμονή των προσώπων της κατηγορίας αυτής (άρθρα 6 επ.). Ειδικότερα, στο άρθρο 8 του δ/τος αυτού, με τον τίτλο “Χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής στους πολίτες της Ένωσης” ορίζεται ότι πολίτες της ΕΕ που πρόκειται να διαμείνουν στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία άφιξής τους υποχρεούνται πριν από τη λήξη του τριμήνου να εμφανίζονται στις αρμόδιες για τον χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους, “για καταγραφή”, ότι οι υπηρεσίες αυτές “ενεργούν σχετική εγγραφή και χορηγούν … βεβαίωση για την πράξη τους”, μετά την προσκόμιση ορισμένων δικαιολογητικών, στο άρθρο 13 ορίζεται ότι πολίτες της ΕΕ που έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στην Ελλάδα έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής, στο δε άρθρο 16 με τον τίτλο “Έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη της Ένωσης” ορίζεται ότι “[α]φού εξακριβωθεί η διάρκεια παραμονής των πολιτών της Ένωσης που είναι δικαιούχοι μόνιμης διαμονής … οι αρμόδιες για τον χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους τους χορηγούν … έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή τους”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του π.δ. 106/2007: “1. Κατά της διοικητικής απόφασης απέλασης είναι επιτρεπτή η άσκηση διοικητικής προσφυγής … 2. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της διοικητικής προσφυγής της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κατά της απόφασης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής, δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής, της ανάκλησης ή μη ανανέωσής του, ασκείται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), όπως ισχύει”.

3. Επειδή, ο προαναφερθείς ν. 3068/2002 όριζε αρχικώς στο άρθρο 15 ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, “οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και αφορούν: α) Άρνηση χορηγήσεως σε αλλοδαπό θεωρήσεως εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή άρνηση παρατάσεως της ισχύος της. β) Απαγόρευση εισόδου αλλοδαπού στην Ελλάδα. γ) Άρνηση χορηγήσεως, άρνηση ανανεώσεως ή ανάκληση άδειας παραμονής αλλοδαπού στην Ελλάδα. δ) Άρνηση χορηγήσεως, άρνηση ανανεώσεως ή ανάκληση άδειας εργασίας αλλοδαπού. ε) Άρνηση χορηγήσεως, άρνηση ανανεώσεως ή ανάκληση άδειας ασκήσεως, από αλλοδαπό, ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. στ) Διοικητική απέλαση. ζ) Εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. η) Επαναπροώθηση αλλοδαπού στη χώρα προελεύσεως ή καταγωγής του ή σε τρίτη χώρα. θ) Επιβολή σε αλλοδαπό περιορισμών, αναγομένων στην εγκατάσταση, παραμονή σε ορισμένη περιοχή της χώρας, την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος ή την υποχρέωση εμφανίσεώς του στις αστυνομικές αρχές” [παρ. 1] και ότι εξακολουθούν να εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας “οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται: α) Από την προσβολή πράξεων, αναφερομένων στην είσοδο, έξοδο, κίνηση, διαμονή, εγκατάσταση και απασχόληση στην Ελλάδα αλλοδαπών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. β) Από την προσβολή πράξεων, αναφερομένων στην αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … γ) Από την προσβολή πράξεων που αφορούν την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας” [παρ. 3]. Το άρθρο 15 αντικαταστάθηκε ακολούθως με το άρθρο 49 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ως εξής: “1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. 2. … 3. Υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν: α) την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … β) την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας…”. Με το άρθρο 67 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51) αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 που αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων για την εκδίκαση των διαφορών της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, τροποποιήθηκαν δε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 4540/2018 (Α΄ 91) και το άρθρο 79 παρ. 4 του ν. 4635/2019 (Α΄ 167) ορισμένες διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 15 ως προς τις διαφορές που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, χωρίς να μεταβληθεί η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου και του διοικητικού εφετείου, όπως είχε καθορισθεί με τον ν. 3900/2010. Στη συνέχεια, το άρθρο 15 του ν. 3068/2002 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 115 του ν. 4636/2019 (Α΄ 169/1.11.2019), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 125 αυτού, ισχύει από 1.1.2020, ορίσθηκαν δε τα εξής: “1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται: α) κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, β) που αφορούν την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, γ) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … 2. Για την εκδίκαση των διαφορών των περιπτώσεων α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου αρμόδιο κατά τόπον είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν είτε απόρριψη αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης ή ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής και εργασίας, είτε απόφαση επιστροφής που ενσωματώνεται σε πράξη απόρριψης του αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε απόφαση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, αρμόδιο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στην οποία τηρείται ο διοικητικός φάκελος του αλλοδαπού, δηλαδή το ανά νομό Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης …3. Για την εκδίκαση των διαφορών της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1, αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι … 7. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 των περιπτώσεων β΄ και γ΄ εφαρμόζονται στις εκκρεμείς υποθέσεις στα Διοικητικά Εφετεία της χώρας, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπον αρμόδια Διοικητικά Πρωτοδικεία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου …”. Τέλος, το άρθρο 15 του ν. 3068/2002, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103/27.5.2020), ορίζει εξής: “1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων: α) που εκδίδονται, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παρ. 9 και β) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα … 2. … 3. Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. α΄ της παρ. 1 αρμόδιο κατά τόπο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση … 4. Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. β΄ της παρ. 1, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι … 8. Οι διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών εφετείων υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία της παρ. 4 … 9. Οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν στην κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, υπάγονται στην αρμοδιότητα των κατά τόπον αρμόδιων τριμελών διοικητικών εφετείων …” [για την εν συνεχεία αντικατάσταση της παρ. 9 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 βλ. άρθρα 32 και 43 του ν. 4786/2021 (Α΄ 43/23.3.2021)].

4. Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις που παρατίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες απορρίπτεται, δυνάμει των διατάξεων του π.δ. 106/2007, αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής, δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής, όπως είναι και το “έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής” του άρθρου 16 του διατάγματος αυτού, καθώς και από την προσβολή πράξεων με τις οποίες ανακαλούνται οι ανωτέρω βεβαιώσεις και τα “έγγραφα πιστοποίησης”, δικάζονται από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στο οποίο υπάγονται κατά νόμον [άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3068/2002, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4689/2020], οι διαφορές από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει (πρβλ. ΣτΕ 1304/2012, 695/2012). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση πράξης που ανακαλεί την χορηγηθείσα στον αιτούντα, υπήκοο Βουλγαρίας, “πιστοποίηση μόνιμης εγκατάστασης πολίτη ΕΕ”, πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και Εξόριστους (European Council on Refugees and Exiles – ECRE) δημοσίευσε πρόσφατα ένα νομικό σημείωμα σχετικά με τα ισχύοντα ευρωπαϊκά και διεθνή νομικά πρότυπα στις διαδικασίες διαπίστωσης της ανηλικότητας αιτούντων ασύλο αλλοδαπών.

Το σημείωμα αυτό παρέχει μια σύντομη επισκόπηση των κύριων προκλήσεων στην αξιολόγηση της ηλικίας στην Ευρώπη. Στη συνέχεια, αυτές οι προκλήσεις αναλύονται από νομική σκοπιά με βάση το δίκαιο της ΕΕ, τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης και το διεθνές δίκαιο σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών με ιδιαίτερη έμφαση στην αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.

Αυτή η ανάλυση συνοδεύεται επίσης από τη γενική και ειδική για το ζήτημα νομολογία. Το σημείωμα προσδιορίζει ένα ευρύ φάσμα εγγυήσεων βάσει του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου που θα πρέπει να ισχύουν σε όλες τις διαδικασίες διαπίστωσης της ανηλικότητας. Περιλαμβάνει επίσης ένα σύνολο συστάσεων που πρέπει να διασφαλίζουν τα κράτη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας διαπίστωσης της ανηλικότητας.

Οι διατάξεις του Κώδικα Μετανάστευσης που προβλέπουν ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας έλληνα πολίτη, την προηγούμενη παραίτησή του ενδιαφερομένου απο την αίτηση ασύλου του, αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος.

7. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις [του Ν.4251/2014] που παρατέθηκαν στην τρίτη σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να χορηγηθεί, σε αιτούντα διεθνή προστασία, άδεια διαμονής στην Ελλάδα, ως σύζυγο Ελληνίδας πολίτη, είναι η προηγούμενη παραίτησή του από την σχετικά κατατεθείσα αίτηση διεθνούς προστασίας. Όπως, όμως, προέκυψε, ο αιτών δεν προσκόμισε έκθεση παραίτησης από την υποβληθείσα στις 22.5.2018 αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας, παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε η προσκόμιση αυτής, ενώ, όπως επίσης προέκυψε, ουδέποτε παραιτήθηκε από της ως άνω αίτηση. Με τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι νόμιμα απορρίφθηκε η αίτησή του για τη χορήγηση σε αυτόν άδειας διαμονής στην Ελλάδα, ως σύζυγο Ελληνίδας πολίτη, με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε έκθεση παραίτησης από την σχετικά κατατεθείσα αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία  (αιτιολογία) παρίσταται νόμιμη και επαρκής, όσα, δε, περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αιτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί παράβασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης είναι απορριπτέος ομοίως ως αβάσιμος, καθώς, στην προκείμενη περίπτωση δεν ήταν επιβεβλημένη η κλήση του αιτούντος σε ακρόαση πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Και τούτο διότι, η ως άνω απόφαση εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτησή του, με την οποία είχε την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις του και να προσκομίσει τα απαιτούμενα για την υποστήριξή της στοιχεία (βλ. ΣτΕ 1748/2020, 991/2018, 715/2015 3719/2009, 2147/2007, 452/2004 κ.α.). Ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν και οι λόγοι ακύρωσης περί κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οι ως άνω αρχές δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος χώρησε κατά δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, βάσει αντικειμενικών δεδομένων, και συγκεκριμένα επειδή δεν προσκόμισε την αιτηθείσα έκθεση παραίτησης από την σχετικά κατατεθείσα αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας (πρβλ. ΣτΕ 1803/2016, 3685, 3771/2012, 4028/2011). Εξάλλου, οι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στο κυριαρχικό δικαίωμα της ελληνικής πολιτείας, στο πλαίσιο της μεταναστευτικής της πολιτικής, να ελέγχει την είσοδο, εγκατάσταση, εργασία κατά κλάδο δραστηριότητας και παραμονή των αλλοδαπών σε αυτήν (βλ. ΣτΕ 991/2018, 1803/2016, 715/2015, 5029, 2107/2012). Κατόπιν τούτων, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λόγων ακύρωσης που πλήττουν το επάλληλο αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνίσταται στη μη εμφάνιση του αιτούντος ενώπιον της Επιτροπής Μετανάστευσης και Ασύλου, κατά τις σχετικά ορισθείσες ημερομηνίες της 26ης.6.2020 και της 4ης.12.2020.